Η Σπιναλόγκα της ΕύβοιαςΣτην επιβλητική και μοναδική παραλία Σουτσίνι της Κύμη...
Η Σπιναλόγκα της Εύβοιας
Στην επιβλητική και μοναδική παραλία Σουτσίνι της Κύμης με τα ολόλευκα βράχια φυτεμένα στην ακρογιαλιά, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται –ούτε καν η ίδια η παραλία. Η αμμουδιά είναι σχεδόν τεχνητή και δημιουργήθηκε από τη σαβούρα των πλοίων: όταν επέστρεφαν άδεια τα καΐκια για φόρτωση στην Κύμη, μόλις ξεπερνούσαν τον Κάβο ανοιχτά της ακτής, άδειαζαν τα σακιά άμμου που είχαν στο αμπάρι τους για την σταθεροποίησή τους. Έτσι “χτίστηκε” η παραλία. Εκείνο που οι περισσότεροι επίσης δεν γνωρίζουν και μόνο οι παλαιοί ψιθυρίζουν, είναι ότι το Σουτσίνι υπήρξε η Σπιναλόγκα της Ευβοίας.
Το Σουτσίνι πήρε το όνομα του από το «σουτ τσίνοι», δηλαδή «σουτ εκείνοι» εννοώντας τους λεπρούς που διέμεναν στην περιοχή. Σύμφωνα με έγγραφο των προυχόντων της Κύμης προς την Κεντρική Διοίκηση, το 1824 η περιοχή αντιμετώπιζε πρόβλημα πανώλης. Το 1847 ιδρύεται στην Κύμη Υγειονομείο και το 1853 Λοιμοκαθαρτήριο στο λιμάνι της, για έλεγχο των ναυτικών και των πλοίων, λόγω της πανδημίας χολέρας, και απομόνωση των υπόπτων ασθενών. Την ίδια περίπου εποχή εμφανίζονται στην περιοχή κρούσματα λέπρας. Οι ασθενείς περιορίζονται στην περιοχή του Σουτσίνι και ζουν απομονωμένοι κάτω από την πυκνή βλάστηση. Η περιοχή ήταν τότε δύσβατη, και δεν υπήρχε πρόσβαση στη παραλία, αφού ο δρόμος που την ένωνε με το λιμάνι της Κύμης δημιουργήθηκε μόλις το 1984.
Ο πρώτος που αναφέρεται για τη λέπρα στην Εύβοια είναι ο ιατρός Κιγάλλας σε πραγματεία του το 1853, όπου κάνει λόγο για την παρουσία 21 λεπροπαθών στο νησί. Το 1878, στη παγκόσμια έκθεση των Παρισίων, ο επίσημος αντιπρόσωπος της Ελλάδας Α. Μανσόλας, αναπτύσσοντας τα επιτεύγματα της χώρας τα 50 χρόνια μετά την απελευθέρωση της, ανακοινώνει και την ύπαρξη λεπροκομείου στην Κύμη. Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, το 1896, ο ιατρός της Χαλκίδας Στέφανος Καλλιάς γράφει «ελεφαντιωντές υπάρχουσιν εγκατεσπαρμένοι απανταχού της νήσου». Αναφέρει ότι σε μια ερημική παράλια της Κύμης, στο Σουτσίνι, έχει δημιουργηθεί ανοργάνωτος καταυλισμός λεπρών που ήταν ευκολότερα προσιτός από τη θάλασσα. Ο καταυλισμός, σύμφωνα με μαρτυρίες Κουμιωτών, το 1930 δεν υπήρχε πια.
Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που επισκέπτονταν τους λεπρούς και συνήθως τους άφηναν τρόφιμα σε κάποιο σημείο ή τα πετούσαν από τα βράχια και έφευγαν από το φόβο της αρρώστιας. Ένας από τους λιγοστούς τακτικούς επισκέπτες είναι ο φοιτητής της ιατρικής Γεώργιος Παπανικολάου, γιος του δημάρχου της Κύμης, Ν. Παπανικολάου. Όποτε πήγαινε στην Κύμη, επισκεπτόταν τους λεπρούς κρυφά από τους γονείς του για να τους φέρει τρόφιμα, να καθίσει μαζί τους και να τους κάνει παρέα. Λέγεται ότι ο μετέπειτα ερευνητής και εφευρέτης του Τεστ Παπ, ήθελε να νικήσει το φόβο του για τους λεπρούς. «Ότι δεν με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό», είχε διαβάσει σε κάποιο από τα βιβλία του αγαπημένου του συγγραφέα, Φρίντριχ Νίτσε. Πληροφορίες μας δίνει η ανιψιά και βιογράφος του διάσημου γιατρού, Μαρία Κόκκορη, στο βιβλίο της «Γιώργος Ν. Παπανικολάου μέσα από τη ζωή και το έργο του» (Κέδρος, 1985):
«Έκανε και κάτι άλλο, που έβαζε έννοιες την οικογένεια. Σε μια από της ωραιότερες ακρογιαλιές, το Σουτσίνι (που τότε το έλεγαν Λοβοκομεία) υπήρχε μια μικρή παροικία λεπρών. Σ’ αυτήν την παραλία οι πλαγιές ήταν σκεπασμένες με πεύκα και πυκνούς θάμνους. Δύσκολο να βρεις μονόπατι για να φτάσεις. Ήταν κάπως ευκολότερο να πάει εκεί κανείς με βάρκα, όταν είχε μπουνάτσα. Γνωστή είναι η μοίρα των ανθρώπων που την εποχή εκείνη έπασχαν από τέτοια αρρώστια. Ζωή κολασμένη. Μεγάλες οι ανάγκες, αβάσταχτη η απομόνωση. Όλα αυτά συγκλόνιζαν τον Γιώργο. Αποφάσισε λοιπόν να τους επισκέπτεται για να τους πηγαίνει τρόφιμα και να τους μιλάει. Η παρουσία του γινόταν για εκείνους ένας κρίκος που τους έδενε με τη χαμένη ζωή. Και μόλις άκουγαν τη φωνή του ξέσπαζαν σε εκδηλώσεις χαράς και ευγνωμοσύνης. Οι δικοί του όμως ανησυχούσαν».
Σήμερα το Σουτσίνι σφύζει από ζωή και μόνο το κοιμητήριο στο προαύλιο της εκκλησίας του Άγιου Γεωργίου που αγναντεύει το πέλαγος μάς υπενθυμίζει τη ματαιότητα αυτού του κόσμου και το σκοτεινό παρελθόν της περιοχής. Μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα, βορειοανατολικά της Κύμης και απέναντι από το ομώνυμο νησί, βρίσκεται o παραλιακός οικισμός Χηλή, ο οποίος αριθμεί 166 κατοίκους. Η προσπέλασή του γίνεται από το ανατολικό τμήμα του οδικού δικτύου του Δήμου. Είναι μια μαγική διαδρομή μέσα από έναν πευκώνα όπου τα πάντα μυρίζουν αρχαία Ελλάδα.Πηγή: insidestory.gr.
more...
Στην επιβλητική και μοναδική παραλία Σουτσίνι της Κύμης με τα ολόλευκα βράχια φυτεμένα στην ακρογιαλιά, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται –ούτε καν η ίδια η παραλία. Η αμμουδιά είναι σχεδόν τεχνητή και δημιουργήθηκε από τη σαβούρα των πλοίων: όταν επέστρεφαν άδεια τα καΐκια για φόρτωση στην Κύμη, μόλις ξεπερνούσαν τον Κάβο ανοιχτά της ακτής, άδειαζαν τα σακιά άμμου που είχαν στο αμπάρι τους για την σταθεροποίησή τους. Έτσι “χτίστηκε” η παραλία. Εκείνο που οι περισσότεροι επίσης δεν γνωρίζουν και μόνο οι παλαιοί ψιθυρίζουν, είναι ότι το Σουτσίνι υπήρξε η Σπιναλόγκα της Ευβοίας.
Το Σουτσίνι πήρε το όνομα του από το «σουτ τσίνοι», δηλαδή «σουτ εκείνοι» εννοώντας τους λεπρούς που διέμεναν στην περιοχή. Σύμφωνα με έγγραφο των προυχόντων της Κύμης προς την Κεντρική Διοίκηση, το 1824 η περιοχή αντιμετώπιζε πρόβλημα πανώλης. Το 1847 ιδρύεται στην Κύμη Υγειονομείο και το 1853 Λοιμοκαθαρτήριο στο λιμάνι της, για έλεγχο των ναυτικών και των πλοίων, λόγω της πανδημίας χολέρας, και απομόνωση των υπόπτων ασθενών. Την ίδια περίπου εποχή εμφανίζονται στην περιοχή κρούσματα λέπρας. Οι ασθενείς περιορίζονται στην περιοχή του Σουτσίνι και ζουν απομονωμένοι κάτω από την πυκνή βλάστηση. Η περιοχή ήταν τότε δύσβατη, και δεν υπήρχε πρόσβαση στη παραλία, αφού ο δρόμος που την ένωνε με το λιμάνι της Κύμης δημιουργήθηκε μόλις το 1984.
Ο πρώτος που αναφέρεται για τη λέπρα στην Εύβοια είναι ο ιατρός Κιγάλλας σε πραγματεία του το 1853, όπου κάνει λόγο για την παρουσία 21 λεπροπαθών στο νησί. Το 1878, στη παγκόσμια έκθεση των Παρισίων, ο επίσημος αντιπρόσωπος της Ελλάδας Α. Μανσόλας, αναπτύσσοντας τα επιτεύγματα της χώρας τα 50 χρόνια μετά την απελευθέρωση της, ανακοινώνει και την ύπαρξη λεπροκομείου στην Κύμη. Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, το 1896, ο ιατρός της Χαλκίδας Στέφανος Καλλιάς γράφει «ελεφαντιωντές υπάρχουσιν εγκατεσπαρμένοι απανταχού της νήσου». Αναφέρει ότι σε μια ερημική παράλια της Κύμης, στο Σουτσίνι, έχει δημιουργηθεί ανοργάνωτος καταυλισμός λεπρών που ήταν ευκολότερα προσιτός από τη θάλασσα. Ο καταυλισμός, σύμφωνα με μαρτυρίες Κουμιωτών, το 1930 δεν υπήρχε πια.
Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που επισκέπτονταν τους λεπρούς και συνήθως τους άφηναν τρόφιμα σε κάποιο σημείο ή τα πετούσαν από τα βράχια και έφευγαν από το φόβο της αρρώστιας. Ένας από τους λιγοστούς τακτικούς επισκέπτες είναι ο φοιτητής της ιατρικής Γεώργιος Παπανικολάου, γιος του δημάρχου της Κύμης, Ν. Παπανικολάου. Όποτε πήγαινε στην Κύμη, επισκεπτόταν τους λεπρούς κρυφά από τους γονείς του για να τους φέρει τρόφιμα, να καθίσει μαζί τους και να τους κάνει παρέα. Λέγεται ότι ο μετέπειτα ερευνητής και εφευρέτης του Τεστ Παπ, ήθελε να νικήσει το φόβο του για τους λεπρούς. «Ότι δεν με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό», είχε διαβάσει σε κάποιο από τα βιβλία του αγαπημένου του συγγραφέα, Φρίντριχ Νίτσε. Πληροφορίες μας δίνει η ανιψιά και βιογράφος του διάσημου γιατρού, Μαρία Κόκκορη, στο βιβλίο της «Γιώργος Ν. Παπανικολάου μέσα από τη ζωή και το έργο του» (Κέδρος, 1985):
«Έκανε και κάτι άλλο, που έβαζε έννοιες την οικογένεια. Σε μια από της ωραιότερες ακρογιαλιές, το Σουτσίνι (που τότε το έλεγαν Λοβοκομεία) υπήρχε μια μικρή παροικία λεπρών. Σ’ αυτήν την παραλία οι πλαγιές ήταν σκεπασμένες με πεύκα και πυκνούς θάμνους. Δύσκολο να βρεις μονόπατι για να φτάσεις. Ήταν κάπως ευκολότερο να πάει εκεί κανείς με βάρκα, όταν είχε μπουνάτσα. Γνωστή είναι η μοίρα των ανθρώπων που την εποχή εκείνη έπασχαν από τέτοια αρρώστια. Ζωή κολασμένη. Μεγάλες οι ανάγκες, αβάσταχτη η απομόνωση. Όλα αυτά συγκλόνιζαν τον Γιώργο. Αποφάσισε λοιπόν να τους επισκέπτεται για να τους πηγαίνει τρόφιμα και να τους μιλάει. Η παρουσία του γινόταν για εκείνους ένας κρίκος που τους έδενε με τη χαμένη ζωή. Και μόλις άκουγαν τη φωνή του ξέσπαζαν σε εκδηλώσεις χαράς και ευγνωμοσύνης. Οι δικοί του όμως ανησυχούσαν».
Σήμερα το Σουτσίνι σφύζει από ζωή και μόνο το κοιμητήριο στο προαύλιο της εκκλησίας του Άγιου Γεωργίου που αγναντεύει το πέλαγος μάς υπενθυμίζει τη ματαιότητα αυτού του κόσμου και το σκοτεινό παρελθόν της περιοχής. Μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα, βορειοανατολικά της Κύμης και απέναντι από το ομώνυμο νησί, βρίσκεται o παραλιακός οικισμός Χηλή, ο οποίος αριθμεί 166 κατοίκους. Η προσπέλασή του γίνεται από το ανατολικό τμήμα του οδικού δικτύου του Δήμου. Είναι μια μαγική διαδρομή μέσα από έναν πευκώνα όπου τα πάντα μυρίζουν αρχαία Ελλάδα.Πηγή: insidestory.gr.
more...





