Κι οι θάλασσες σωπαίνουν Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΡΑΚΩΝΑΚΗ Φιλολόγου (Διερεύνηση...
Κι οι θάλασσες σωπαίνουν
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΡΑΚΩΝΑΚΗ
Φιλολόγου
(Διερεύνηση μιας κτηνωδίας σε δίσεκτα αλλά και ηρωικά χρόνια)
Σαν τη λογιάσεις μια δουλειά, όρτσα και μη φοβάσαι,αμόλα τη τη νιότη σου και μην τηνε λυπάσαι!
(Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 606)
Μια από τις τρεις έξοχες μαντινιάδες που ο Καζαντζάκης υπεραγαπούσε. Τη βαφτίζει μαντινιάδα «αντροπλάστρω», που πλάθει τους άντρες, που γεννά και κατευθύνει παλικάρια. Και όχι μόνο στην αντρειοσύνη. Συνιστά κυρίως πράξη ζωής.
Στέλνει λοιπόν ο Καζαντζάκης «τον καλό λυράρη τον Χαρίδημο με το βασιλικό στο αφτί» να την τραγουδήσει στον «παππού» του – έτσι τον λέει – στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, καθώς η μάχη της ζωής του (του Καζαντζάκη) τελεύγει και οι ίσκιοι αρχίζουν σιγά σιγά να πυκνώνουν προμηνύοντας αναπόφευκτα τη μεγάλη σιγή. Αυτή η άγρια παραγγελιά που δίνει ο Κρητικός στον Κρητικό, θαρρώ πως ταιριάζει σε όλους τους επίμονους, τους πεισματάρηδες, τους ανήσυχους και τους ευαίσθητους που πασχίζουν να προσεγγίσουν τα δυσκολόπαρτα και να μιμηθούν τις μεγάλες σκιές και τις βαριές παραινέσεις των προγόνων.
Αυτήν την κρητική προσταγή, την «άγια και άγρια φλόγα», ο Νίκος Ψιλάκης την ακολούθησε με πείσμα και πάθος, τη λόγιασε τη δουλειά και όρμησε να αναμετρηθεί, σαν νέος Κρητικός κι αυτός, με την ανείπωτη τραγωδία του γενέθλιου τόπου μας.
Ξεκίνησε με δυο πετυχημένες προσπάθειες, δυο πολυταξιδεμένα μυθιστορήματα. «Δυο φεγγάρια δρόμο» το πρώτο, λουσμένο στο κρητικό φως του 1950. Το άλλο η πολύ γνωστή και πολυδιαβασμένη «Πολυφίλητη» (εκδόθηκε το 2015) περίκλειστη είκοσι δυο χρόνια στο Μεγάλο Κάστρο ίσαμε το 1669. Και τα δυο φανερώνουν την ακαταμάχητη έλξη και σαγήνη που ασκούσε – και ασκεί – άλλοτε υπόκωφα, υπαινικτικά, και άλλοτε ολοφάνερα στον ταλαντούχο συγγραφέα βαρύς ο κρητικός τόπος.
Αυτά τα δυο έργα στάθηκαν ο προπομπός για το τρίτο ιστορικό μυθιστόρημα με τον εμβληματικό και πολυσήμαντο τίτλο «Κι οι θάλασσες σωπαίνουν».
Δύσκολο, πολύ δύσκολο είδος της πεζογραφίας το μυθιστόρημα γενικά. Ακόμα δυσκολότερο όμως είναι το ιστορικό μυθιστόρημα, αφού κατά τον συμπυκνωμένο ορισμό του κύριου δημιουργού του είδους Walter Scott πρόκειται «για ρεαλιστική εκτέλεση μιας ρομαντικής σύλληψης». Πώς να συνταιριάσεις όμως ρεαλισμό με ρομαντισμό; Δύσκολο, «Δήλιον πρόβλημα». Η ρεαλιστική βάση ξεκινά από τη βαθιά γνώση της ιστορίας ή από έντονα προσωπικά βιώματα, ενώ το συναίσθημα και η βαθμιαία καταβύθιση στο παρελθόν συναποτελούν το ρομαντικό στοιχείο. Το ρίγος μιας περασμένης εποχής, οι εικόνες από το παρελθόν και ο τόπος, ιδίως ο γενέθλιος τόπος, βασανιστικά παρών μας σημαδεύει όλους «βαρύ τ΄ ανθρώπου μετερίζι!» Αυτή η σωρευμένη μνήμη μάς καλεί και μας προκαλεί συνέχεια στο μεγάλο παιχνίδι των παθών και των λέξεων. Θαρρώ πως είναι το ζωντανό αντιφέγγισμα της μνήμης, της ανεξίτηλης παιδικής μνήμης. Και της καρδιάς μας.
Τούτη τη φορά, με το τρίτο μυθιστόρημά του, ο Ψιλάκης αναμετριέται στοχαστικά με την κοντινή μας ιστορία. Το ιστόρημα, το δεύτερο σκέλος της λέξης μυθιστόρημα, περιλάμβανε λιγοστά ιστορικά στοιχεία. Ό,τι είχε περισωθεί από το 1920 μέχρι το 1964. Δε σώπαιναν μόνο οι θάλασσες αλλά και τα γεγονότα. Ο μύθος όμως, το πρώτο σκέλος της λέξης μυθιστόρημα, είχε σφηνωθεί στο μυαλό του συγγραφέα. Ήταν σχεδόν έτοιμος. Ξεπηδούσε από μέσα του βιαστικός, ολοζώντανος, πάσχιζε να μετουσιωθεί με λέξεις. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια που βάζει στο γράμμα κάποιου ήρωα του έργου του στη σελίδα 99. Δείχνουν τη βιάση και τη σφοδρή επιθυμία του ίδιου του Ψιλάκη, νομίζω. Με έξοχα λεκτικά σχήματα:
«Σφίγγω το μολύβι, λοιπόν, αγκομαχώ, αγκομαχά κι αυτό μαζί μου. Τρέμουν οι λέξεις μην και τις αλέσω πάνω στη βιάση μου. Βιάζομαι. Πουλιά είναι οι στοχασμοί μου και πεταρίζουν, φοβούμαι μη φύγουν, πριν προλάβω να τους μαντρώσω σε μια κόλλα χαρτί. Μπερδεύονται οι λέξεις στα δάκτυλά μου, άλλες περίσσια γλυκές, άλλες περίσσια πικρές, άλλες κλωτσούσαν, άλλες γελούσαν, πώς να τις βάλω σε τάξη;»
Κι ωστόσο πολύ γρήγορα τις βάζει σε τάξη. Τιθασεύει το υλικό του πλέκοντας ένα «πολυφωνικό» μυθιστόρημα. Χρησιμοποίησα επίτηδες το ρήμα τιθασεύει, γιατί ο συγγραφέας με πλάγιο τρόπο και πλέκοντας ένα περίτεχνο ετυμολογικό παιχνίδι σφηνώνει ευρηματικά στο έργο δύο αντίθετα επίθετα ομόρριζα με το ρήμα τιθασεύω. Το ατίθασος (πολύ γνωστό σήμερα) και το αντίθετό του τιθασός (ελάχιστα διαδεδομένο στις μέρες μας). Το πρώτο επίθετο το συνδέει με την κοπέλα-μυστήριο, τη ζωηρούλα, την άφαντη και αέρινη πρωταγωνίστρια, την Εσθήρ. Στη σελίδα 24:
«Σε τούτα τα μέρη (στην Κρήτη) δεν είναι καθόλου δύσκολα ν΄ ακούσεις ακόμη και λέξεις ομηρικές να κατεβαίνουν ανάκατες με κοινότατες σύγχρονες, ακόμη και με βενέτικες και τούρκικες που ξέμειναν σαν κατάλοιπο της ιστορίας στις γλώσσες των ανθρώπων. Θυμόμουν από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη τη λέξη τιθασός που θα πει ήμερος. Έτσι χαρακτήριζαν κάποτε τα εξημερωμένα ζώα. Κατόπιν έβαλαν εκείνο το στερητικό άλφα μπροστά και έφτιαξαν τη λέξη ατίθασος που κινείται στα όρια, όχι ακριβώς άγριος, όχι ακριβώς ήμερος. Αυτό ήταν λοιπόν η κοπέλα-μυστήριο; (η Εσθήρ); Ούτε άγρια ούτε ήμερη;»
Η ΥΠΟΘΕΣΗ
1926. Ένα εξάχρονο Κρητικόπουλο υιοθετημένο από τον Ελληνοαμερικανό αδελφό του πατέρα του σαλπάρει για τη μακρινή Αμερική κουβαλώντας τις άγουρες μνήμες της πατρίδας του ολοζώντανες μέσα στα όνειρά του. Σαρανταπεντάχρονος περίπου ξαναγυρνά τον Ιούνιο του 1964 για το μνημόσυνο της μάνας του ψηλαφώντας τα ίχνη του μυστηριωδώς εξαφανισμένου από το 1944 πατέρα του Ρούσου Κομητά λίγο πριν την απελευθέρωσή μας από τους Γερμανούς. Διαδιδόταν πως ίσως πνίγηκε σε ναυάγιο. Ο γιος αναθυμάται, προσπαθεί να λύσει ένα οικογενειακό αίνιγμα, να σκαλίσει και να ανασυνθέσει το παρελθόν. Παιδικές και νεανικές στιγμές μπλέκονται με γλυκόπικρες αναμνήσεις (κάτι σαν τη χαρμολύπη της εκκλησίας μας) περιδιαβαίνοντας και μελετώντας τα πρόσωπα, τα γεγονότα και τις καταστάσεις του νησιού μας. Ο μετανάστης-αφηγητής τριγυρνά ιδίως στην περίοδο της Κατοχής (1941-1944) και στο ανελέητο δράμα της Κρήτης αλλά και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και στα φρικτά αντίποινα από τους κατακτητές.
Λίγο περισσότεροι από τρεις εκατοντάδες Εβραίοι ζούσαν όλοι κι όλοι στο νησί μας. Τη μόνη γλώσσα που ήξεραν ήσαν τα ιδιωματικά κρητικά. Αιώνες εγκατεστημένοι στην Κρήτη, μερικοί έμεναν εδώ και 2.300 χρόνια, στριμωγμένοι σε δυο μικρές συνοικίες – Οβριακές τις έλεγαν τότε – μια στα Χανιά και μια στο Ηράκλειο και λιγοστοί Αρμένηδες συζούσαν αρμονικά με τους ντόπιους Κρητικούς. Ανάμεσά τους πλέκονταν ιστορίες αλληλοεκτίμησης και αλληλοπροστασίας. Και παραδοσιακά γλέντια και ανομολόγητοι έρωτες. Και σκηνές μεγαλοσύνης και ηρωισμού αλλά και μικρότητας και προδοσίας. Όλα αυτά συνυπάρχουν συνήθως στη ζωή. Άντρες, αντράκια και χαμαντράκια. Αντρογυναίκες, γυναίκες και γυναικούλες. Ο Ψιλάκης τους ζωγραφίζει υπέροχα. Η ζωή από τη μια κυλούσε ακέρια, ολόγιομη, όμορφη. Από την άλλη όμως φάνταζε θλιβερή μέσα στη ζοφερή νύχτα του ναζιστικού τρόμου. Μια μικρή πικρή γεύση από τα αντίποινα των Ναζί θα συναντήσουμε στους Κάμπους, χωριό των Χανίων (σελίδες 187-188):
«7 Μαΐου 1944, βράδυ. Ορεινό χωριό Κάμποι στα Χανιά. Έχει πανηγύρι αύριο. Και στο καφενείο του Καλογερή έχουν αρχίσει να παίζουν οι λύρες. Ο Βασίλης χορεύει. Και ξαφνικά αρχίζουν κάποιοι να σηκώνονται. Φωνές. Κάτι παράξενο φαίνεται να συμβαίνει αλλά η λύρα παίζει ακόμη. Και ο Βασίλης χορεύει. Κρατά την αρραβωνιαστικιά του από το χέρι· καμαρώνει τον ανάλαφρο βηματισμό της και σε λίγο θα της δώσει την πρωτιά στον κυκλικό χορό του χωριού. Αλλά δεν προλαβαίνει. Εκείνη τη στιγμή εφορμά στο χωριό το απόσπασμα από το στρατηγείο του Μπρούνο Μπρόγιερ. Η λύρα σταματά. Ο Βασίλης τρέχει να κρυφτεί. Το παντελόνι του είναι φτιαγμένο με μεταξωτό πανί γερμανικού αλεξίπτωτου, δεν πρέπει να τον δούνε. Τρέχει, προσπαθεί να ξεφύγει, καταφέρνει να φτάσει σ΄ ένα χωράφι, ακριβώς δίπλα στο μαγαζί. Μα πέφτει σε άλλο γερμανικό απόσπασμα. Μια ριπή, δεύτερη ριπή, μια σφαίρα, δεύτερη σφαίρα. (Ο Βασίλης πέφτει νεκρός….)
Ιούνιος του 1944. Οι κατακτητές έχουν συλλάβει ανυπότακτους Κρητικούς πατριώτες, Ιταλούς αντιφασίστες και όλους σχεδόν τους Εβραίους της Κρήτης (200 περίπου στα Χανιά και 100 στο Ηράκλειο), τους στριμώχνουν στο επιταγμένο ατμόπλοιο Τάναϊς, λαβωμένο ήδη και ελάχιστα αξιόπλοο και στις 8 Ιουνίου αποπλέουν από το Ηράκλειο για τον Πειραιά με επόμενο προορισμό τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Κεντρικής Ευρώπης (ίσως το Άουσβιτς ή το Νταχάου). Λίγα μίλια έξω από το Ηράκλειο μεταξύ Κρήτης και Σαντορίνης δυο τορπίλες που εκτοξεύτηκαν από αγγλικό υποβρύχιο, βυθίζουν σχεδόν αύτανδρο το τραγικό ατμόπλοιο Τάναϊς. 500-600 άνθρωποι χάνονται στον υγρό τάφο του πελάγους. Κι ανάμεσά τους 120 παιδιά. Κι οι θάλασσες σωπαίνουν με τα ατάραχα νερά μέσα στη γαλήνη των νησιών μας και στην απεραντοσύνη του πελάγους… Ο νους μου γυρνά στους στίχους του Σεφέρη από το ποίημα Ελένη:
«Τόσα κορμιά ριγμένα στα σαγόνια της θάλασσας,
τόσες ψυχές δοσμένες στις μυλόπετρες σαν το σιτάρι…..»
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Τον συγγραφέα που συγκλονιζόταν από τα γεγονότα, απασχολούσε έντονα το λιγοστό ιστορικό υλικό. Πώς θα ζωντανέψει την ιστορία; Υπήρχαν μόνο λίγα ψίχουλα, ρινίσματα πληροφοριών. Δε σώπαιναν μόνο οι θάλασσες αλλά σχεδόν και οι ιστορικές πηγές, προφορικές ή γραπτές, καθώς ήσαν δυσπρόσιτες, ανεξερεύνητες και θαμμένες οι περισσότερες.
Αρχίζει έτσι μια συστηματική και επίπονη προσπάθεια του συγγραφέα να πλησιάσει, να ανοίξει χαραμάδες και να κατανοήσει όσα συνέβησαν. Πολύωρες συζητήσεις με συγγενείς των ελάχιστων ναυτικών του Τάναϊς που είχαν διασωθεί, με άλλους ναυτικούς, με μελετητές της Κρητικής Αντίστασης, με ηγετικά στελέχη των Ισραηλιτών της Ελλάδας. Ακόμη με αναζήτηση σε αρχεία της εποχής και σε βιβλιοθήκες. Μέχρι και τη μελέτη του φακέλου του ναυαγίου του πλοίου Τάναϊς διερεύνησε. Ο φάκελος βρισκόταν ξεχασμένος στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας στον Πειραιά. Επιμένοντας κατάφερε να τον προσεγγίσει με ειδική άδεια που εκδόθηκε από την Εισαγγελία Πειραιά, παρακαλώ!
Με αφορμή αυτό το παρακαλώ αξίζει να κάμω εδώ μια μικρή παρέκβαση με μια προσωπική εμπειρία και διαπίστωση. Ο Ψιλάκης δεν είναι μόνο ικανότατος μυθιστοριογράφος. Είναι πολυσχιδέστατος, ένας homo universalis, καθολικός, αναγεννησιακός άνθρωπος. Στους απλούς Κρητικούς είναι γνωστός κυρίως από τις λαογραφικές, γλωσσικές και ιστορικές τοπικές αναδιφήσεις του. Αλλά προπαντός από την πολύχρονη πρωινή εκπομπή του στο Ράδιο Κρήτη. Εκπομπή που άφησε εποχή όχι μόνο για την υψηλή ποιότητα και την πληρότητά της αλλά και για τα εντυπωσιακά ποσοστά ακροαματικότητας. Όλη η Κρήτη την παρακολουθούσε. Χωρίς υπερβολή: Ήταν η ώρα του Ψιλάκη!
Θυμάμαι λοιπόν πως ανάμεσα στους τρόπους σχολιασμού των γεγονότων – και ήταν πάρα πολλοί – ο Ψιλάκης είχε ξετρυπώσει και το ρήμα παρακαλώ. Ψυχανεμιζόμουν πως δίπλα του υπήρχε και ένα ηχηρό θαυμαστικό. Καταλάβαινα πως, όπως τα έλεγε, ήταν μια μέγιστη μορφή σχολιασμού. Καθώς τον άκουγα, ένιωθα πως αυτό το παρακαλώ με το θαυμαστικό μπορούσε, κατά περίπτωση, να δηλώνει: θαυμασμό, απορία, ειρωνεία, περιφρόνηση, μείωση, υποτίμηση, αμφισβήτηση ή κάποιες φορές δυο και τρία από αυτά ταυτόχρονα. Δεν ξέρω αν τα θυμάται ο ίδιος σήμερα. Εγώ πάντως τα θεωρώ σήμα κατατεθέν του αλλά και ένα από τα δυνατά εκφραστικό του σημεία.
Επιστρέφοντας ολοκληρώνω με τις ιστορικές πηγές του συγγραφέα. Η εξαντλητική αυτή προσπάθεια είχε και ένα σημαντικό παράπλευρο όφελος. Κατάφερε να ξεθάψει και να φέρει στην επιφάνεια ιστορικά στοιχεία της εποχής πολλαπλώς χρήσιμα για τους μελετητές, πρωτογενείς πληροφορίες. Για να θυμηθούμε τον Ελύτη: (ο Ψιλάκης) «δοκίμασε φτυαριές μέσα στης ιστορίας τα χώματα…».
Έτσι προέκυψε το νέο του μυθιστόρημα. Μύθος και ιστορία. Καθώς αυτά τα δυο συμπλέκονται αρμονικά, είναι δύσκολο να τα ξεχωρίσουμε. Είναι μια ακροβασία στο μεταίχμιο ιστορίας και πραγματικότητας.
ΚΑΠΟΙΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ
Η πυκνότητα του λόγου είναι χαρακτηριστική. Σχεδόν σε κάθε σελίδα υποκρύπτεται και μια μικρή ξεχωριστή ιστορία. Ένα έντονο βιωματικό στοιχείο του συγγραφέα συρράπτεται και ενσωματώνεται με γερούς αρμούς στο γενικότερο πλαίσιο του έργου με εξονυχιστικές λεπτομέρειες και διεισδυτικές αξιολογικές κρίσεις. Από το πλήθος των στοιχείων αυτών θα αναφερθούν αναγκαστικά τρεις μόνο επισημάνσεις.
Πρώτη επισήμανση: Η θεαματική και με παγκόσμια απήχηση απαγωγή του Γερμανού στρατηγού Κράιπε από Κρητικούς πατριώτες και τα φρικτά αντίποινα που ακολούθησαν. Το παράξενο αλλά και ευεξήγητο: ο συγγραφέας δε σταματά στην περιγραφή της απαγωγής, που θα ήταν άλλωστε «πεδίον δόξης λαμπρόν» για τον ίδιο, αλλά διατυπώνει την άποψή του προβληματιζόμενος για τη σκοπιμότητα της ηρωικής αυτής πράξης και για τις ολέθριες συνέπειές της. Στις σελίδες 170 και 420:
«Η απαγωγή ακούστηκε σ΄ όλο τον κόσμο και έκαμε πάταγο μεγάλο. Σήμερα τη διηγούμαστε μόνο σαν σπουδαίο κατόρθωμα. Είναι όμως καιρός να λογαριάσουμε και πόσοι αθώοι όμηροι εκτελέστηκαν τότε. Εκατόμβες τα θύματα…. Κάποιος έπρεπε να πληρώσει γι΄ αυτήν την αποκοτιά. Και πλήρωσαν οι αθώοι. Αναλογίζομαι, αγαπητέ κύριε, αν ωφέλησε αυτή η αποκοτιά.»
Δεύτερη επισήμανση: το ριζίτικο τραγούδι, το τελευταίο τραγούδι του αντρειωμένου που τραγουδά ένας νεαρός αιχμάλωτος από τους Κάμπους, χωριό των Χανίων λίγο πριν κατέβει στα αμπάρια του πλοίου Τάναϊς για το τελευταίο μοιραίο ταξίδι. Ίσως είναι ένας από τους τρεις γιους του Γιάννη Αρετάκη που χάθηκαν και οι τρεις στο ναυάγιο. Στις σελίδες 458-459:
«Οι Έλληνες κρατούμενοι συνεχίζουν να ανεβαίνουν τη σκάλα του πλοίου (του Τάναϊς). Η προκυμαία αρχίζει να αδειάζει….. Όμηροι όλοι. Και από πίσω τρεις νεαροί στη σειρά, ο ένας πίσω από τον άλλο. Αδέρφια (παιδιά του Γιάννη Αρετάκη από τους Κάμπους)…. Αλλά ο ένας από αυτούς δεν ανεβαίνει. Σταματά σαν άγαλμα μπροστά στην καταπακτή (του πλοίου). Είναι νέος, ίσαμε είκοσι πέντε χρονών, με πλεκτό λευκό μαντήλι στην κεφαλή. Δύο κάνες στρέφονται κατά πάνω του. Εκείνος σηκώνει τα χέρια ψηλά, μα όχι όπως εκείνοι που παραδίδονται, κάνει νεύμα να κατεβάσουν τα όπλα. Και αρχίζει το τραγούδι….
Τρεις αντρειωμένοι κάθονται στην άκρη του κατέργου
κι έχουν και σκλάβον όμορφο στα σίδερα δεμένο,
κι ο σκλάβος αναστέναξε κι εστάθη το καράβι.
Ποιος είναι π΄ αναστέναξε κι εστάθη το καράβι;
Εγώ ΄μαι π΄ αναστέναξα κι εστάθη το καράβι,
που ΄μουν τριών μερών γαμπρός και μια ξανθή ανημένει….
Όλοι τον κοιτάζουν, κανείς δε μιλά. Ούτε ο επικεφαλής της φρουράς. Από τ΄ αμπάρι ακούγονται παλαμάκια (των αιχμαλώτων). Γεμίζει και το τρίτο αμπάρι.»
Τρίτη επισήμανση: το απόκοσμο τραγούδι. Λίγο πιο κάτω, στη σελίδα 463, μια απόκοσμη μοναχική φωνή τραγουδά από το μεσαίο αμπάρι του Τάναϊς λίγο πριν τη συντριβή:
«Αφουγκράζεται πάλι. Στο μεσαίο αμπάρι μια φωνή μοναχική, σαν από άλλους γαλαξίες φερμένη. Κάποιος τραγουδά:
Πείτε μου, πείτε μου πουλιά, πείτε μου χελιδόνια
πείτε μου αν είδατε ποτέ καράβι ν΄ αρμενίζει,
να ΄χει τον στεναγμό πανί, να ΄χει το δάκρυ κύμα,
να έχει και στ΄ αμπάρι του σκιας πεντακόσους σκλάβους….»
Η εποχή αναπλάθεται μαστορεμένη με περισσή φροντίδα και με τρόπο υποβλητικό. Στις σελίδες παρελαύνουν πρόσωπα, τόποι, γεγονότα, που ξυπνούν ατελεύτητες μνήμες κυρίως για τους αναγνώστες μεγαλύτερης ηλικίας. Όλα, σχεδόν όλα, χωρούν στο μυθιστόρημα. Εντοπίζω μερικές ρηγματώσεις μνήμης από τους μακρινούς σφυγμούς των δεκαετιών του 1950 αλλά και του 1960 και του 1970.
α) Το θρυλικό επιβατηγό πλοίο Αγγέλικα που απαθανατίστηκε και από τον Ελύτη στο Άξιον εστί. Οι μεγαλύτεροι θα το θυμούνται να πλησιάζει υπερήφανο καμαρωτά στο λιμάνι της Σητείας – μέγα γεγονός για την πόλη μας. Πλησίαζε στο λιμάνι αλλά δεν πλεύριζε· το βάθος του λιμανιού δεν το επέτρεπε και οι ταξιδιώτες μεταφέρονταν με βάρκες στη στεριά.
β) Το μέγαρο του Φυτάκη στο λιμάνι του Ηρακλείου· το έδειχναν στους ταξιδιώτες σαν αξιοθέατο όχι τόσο για την αρχιτεκτονική του αλλά γιατί ο ιδιοκτήτης του, ένας πλούσιος κτηματίας της περιοχής, το είχε παίξει στα ζάρια και το είχε χάσει. Έτσι, σε μια μόνο ζαριά. Ένα ολόκληρο μέγαρο!
γ) Ο αρχιμανδρίτης Ευγένιος Ψαλιδάκης από τη Βουλισμένη του Μεραμπέλου, φωτεινός ιεράρχης, λαμπρή μορφή της Κρητικής Εκκλησίας. Λεγόταν πως έκρυψε στα ράσα του δυο μικρά Εβραιόπουλα μπροστά στα μάτια των Γερμανών έξω από το πλοίο Τάναϊς. Είναι ο ίδιος που, παρά τα λεγόμενα και αψηφώντας τις απειλές παραγόντων της Ελλαδικής Εκκλησίας, συμμετείχε στην τελετή της κηδείας του Νίκου Καζαντζάκη επικεφαλής δεκαεπτά ιερέων. Στις σελίδες 452 και 454:
«Το λιμάνι κλειστό, προσεγγίσεις σκαφών απαγορεύονται. Δυο ιερωμένοι πλησιάζουν και χώνονται ανάμεσα στους ομήρους. Αρχιμανδρίτης ο ένας, διάκος ο άλλος…. Ο αρχιμανδρίτης ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος, φαίνεται ψηλός και γεροδεμένος. Ένας ντόπιος ναυτικός σκουντά το διπλανό του. – Ο Ευγένιος (του λέει)· Πειραιώτης ο άλλος, δεν ξέρει. Ποιος είπες; Ο Ευγένιος. - Δηλαδή; - πρωτοσύγκελος είναι, τοποτηρητής του Δεσπότη. Δεν έχει ακόμη το βαθμό του επισκόπου αλλά λογίζεται πιότερο και από Μητροπολίτης. Τα καλιμαύκια κινούνται αργά, οι δυο παπάδες μιλούν στις γυναίκες. Τους δίνουν κουράγιο. Τι λέξη κι αυτή. Κουράγιο!
Ένας ναύτης ο Σαράντης μένει κολλημένος στην ίδια θέση με το βλέμμα καρφωμένο στο διάκο. Δεν ξέρει ότι λίγες μέρες αργότερα τούτος ο διάκος θα ψάχνει τρόπους να ειδοποιήσει κάποιες οικογένειες. Όσες μπορούσε να θυμηθεί. Κι ακόμη πιο μετά, δεκαετίες μετά, θα ακουστεί κάτι σαν αδέσποτη φήμη: «Ο αρχιμανδρίτης έχωσε στα ράσα του ένα ή δυο βρέφη για να τα σώσει, δυο Εβραιόπουλα». Φήμη μόνο. Ποιος να την επιβεβαιώσει; Και ποιος να τη διαψεύσει;»
δ) Η σημασία, τα μηνύματα και η λειτουργία της καμπάνας σε μια εποχή, όπου στα χωριά μας ελάχιστοι είχαν ρολόγια. Η καμπάνα ήταν το συλλογικό ρολόι του χωριού (σελίδες 72 και 113):
«Ξημερώματα στις 2 του Ιούνη άρχισε να χτυπά η καμπάνα…. Θα κατέχεις πως, ό,τι και να γίνει εδώ (στο χωριό), από την καμπάνα το μαθαίνομε. Στα χρόνια της Κατοχής οι Γερμανοί την είχαν απαγορεύσει, γιατί ο ήχος της γινόταν σύνθημα. Του Κοινοτικού Γιατρού έτσι αναγγέλλουν την άφιξη, με την καμπάνα. Αλλιώς ακούγεται κάθε φορά το παίξιμό της. Λυπητερό, αν είναι για θάνατο, κελαρυστό, αν είναι για χαρά, ζόρικο, αν είναι σε κίνδυνο. Τότες εκτυπούσε διαολισμένα. Τρέξαμε στην εκκλησία, θαρρούσαμε πως είχε πάρει φωτιά το χωριό. Είδαμε τον παπά να σύρνει με τέτοια βιάση τα καμπανόσκοινα που έτρεχε ο ίδρος του από πάνω του κουτσουνάρα….»
ε) Ακόμη και το δάκο μπλέκει στα γραφτά του ο Νίκος Ψιλάκης! Το παντοτινό πρόβλημα της ελιάς και των συμπατριωτών μας ελαιοπαραγωγών. Διαβάστε, σε δυο σειρές μόνο, ποιοι ήταν, οι πρωτόγονοι για σήμερα, τρόποι καταπολέμησής του. Στη σελίδα 122:
«Α, και ο δάκος, η μάστιγα της ελιάς. Στην τελευταία σελίδα του λεξικού του ανοιγμένου μπροστά μου. Θα καταπολεμηθεί λέει. Θα χρησιμοποιηθούν ούρα ανθρώπων και ζώων. Και αρσενικούχον νάτριον ως και πρότερον. Για τον δάκο!»
στ) Απολαύστε την ολοζώντανη περιγραφή των βουλευτικών εκλογών τον Οκτώβρη του 1961 και τα παρατράγουδά τους σε κρητικό χωριό. Πρόκειται για πραγματικό περιστατικό. Στις σελίδες 331-332:
«Κόσμος πολύς στο σχολείο, εκεί στηνόταν η κάλπη. Δύο στρατιώτες με τα όπλα στα χέρια, κομματάρχες με σταυρωμένα ψηφοδέλτια στις τσέπες, άλλος τα μοίραζε σαν συγχωροχάρτια και άλλος με μυστικότητα τάχα. Παίρνανε αγκαζέ τις γριούλες, ψίθυροι, τσακωμοί, μικροφασαρίες. Ένα χωριό βρισκόταν από το ξημέρωμα στο πόδι. Έναν τον κουβαλούσαν δυο μαντραχαλάδες καθισμένο σε καρέκλα, μιαν ετοιμόρροπη (γριά) την αναβάσταζαν οι δυο κόρες της, μιαν άλλη την έφεραν καβάλα στο γαϊδουράκι κι όταν την κατέβασαν, σωριάστηκε καταγής. Και ξαφνικά βλέπομε την πόρτα του σχολείου να ανοίγει, πρώτοι βγήκαν οι δυο στρατιώτες, ακολουθούσε κάποιος γεροδεμένος με την κάλπη φορτωμένη στην πλάτη, πιο πίσω ένας δικηγόρος, ήταν δικαστικός αντιπρόσωπος, μέχρι που τους πήραν χαμπάρι τα παιδιά και μαζεύτηκαν τσούρμο πίσω τους, λιτανεία θύμιζε. Και πού πηγαίνουν όλοι τούτοι; Μα στο σπίτι του ψευτοκαπετάνιου του τάδε, κατάκοιτος είναι και του πάνε την κάλπη στο κρεβάτι, για να μη χάσει ο βουλευτής την ψήφο του….»
ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
α) Ο μετανάστης-αφηγητής Κομητάς
Σκόπιμα χωρίς μικρό όνομα· μόνο η ιδιότητα του γιου ενδιαφέρει. Με την ανωνυμία αυτή λες και η αναζήτηση σταματά να είναι προσωπική υπόθεση και περιβάλλεται με καθολικό χαρακτήρα· αγκαλιάζει και αντιπροσωπεύει όχι μόνο το συγκεκριμένο μετανάστη αλλά καθένα που επίμονα αναζητά, ξεφλουδίζοντας τον ανελέητο χρόνο, αφανείς και βαθείς συνειρμούς ίσαμε να φτάσει, αν κάποτε φτάσει, στο ποθούμενο. Ίσως και να φορτίζει την μυστηριακή ατμόσφαιρα με μια κρυπτικότητα, καθώς ο γιος-μετανάστης μετεωρίζεται χαμένος και βυθισμένος σε δυο πολιτισμικούς κόσμους και αναζητά μια ταυτότητα που δε γνωρίζει αν υπάρχει, δεν έχει σχηματιστεί ακόμη, μένει άγνωστη τελικά, ανώνυμη.
Κινείται διαρκώς σε ένα ρόλο εξερευνητή και Σέρλοκ Χολμς ταυτόχρονα· όπως και ο ελληνοαμερικανός θείος του, ο αδελφός του πατέρα του. Αναζητά παντού τον εξαφανισμένο πατέρα του. Είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε όλους σχεδόν τους ποικιλώνυμους ήρωες. Με μια αλυσίδα συνειρμών ξαναζωντανεύει όλο το παρελθόν του. Επιστολές, συναντήσεις με παλιούς και νέους φίλους, ένας παλιός έρωτας, διαφωτιστικές συναντήσεις με την αδελφή του Ευγενικώ (το –κω με ωμέγα, γνήσια κρητική κατάληξη – τι ωραίο όνομα κι αυτό, το σημαίνον και το σημαινόμενο μαζί, όπως λένε οι ειδικοί). Στο τέλος, τι γίνεται; Μα δεν προαναγγέλλουν σχεδόν ποτέ το τέλος ενός μυθιστορήματος…..
β) Η Δοξανιά Κομητά (Δοξανιά από το Ευδοξία)
Η γυναίκα του εξαφανισμένου και μάνα του μετανάστη. Χαρακτηριστικός τύπος παλιάς Κρητικιάς, το αρχέτυπό της, θα ΄λεγε κάποιος. Ίσως η μάνα μας ή η γιαγιά μας ή η μακρινή σήμερα γειτόνισσά μας. Μεγάλες σεπτές μορφές που σήμερα δεν υπάρχουν. Γενναιόδωρη, απλή, απλοϊκή και θεοσεβούμενη. Αδυνατεί να πιστέψει πως ο άνδρας της χάθηκε ανεπιστρεπτί. Πενθηφορούσα τον περιμένει πάντα καρτερικά φτιάχνοντας χάρτινες βάρκες και προσμένοντας το μεγάλο συναπάντημα για το στερνό ταξίδι μαζί του.
γ) Δυο κυρίαρχα πρόσωπα - ένα ζευγάρι παράξενο και αινιγματικό.
Ο εξαφανισμένος πατέρας Ρούσος Κομητάς και μια κυνηγημένη Εβραιοπούλα, η Εσθήρ. Έτσι, μόνο Εσθήρ. Χωρίς επώνυμο. Δε χρειάζεται. Δυο πρόσωπα που ποτέ δεν εμφανίζονται και όμως είναι πανταχού παρόντα συνεχώς. Όλα συγκλίνουν προς αυτά. Όμως αυτά σωπαίνουν, σαν τη θάλασσα του τίτλου και ταυτόχρονα μιλάνε συνεχώς. Μια οξύμωρη «εύγλωττη σιωπή». Ένας πενηντάρης, φιλήσυχος, απλός νοικοκύρης, ανθρωπάκι, θα΄λεγα, κρύβει από τους Ναζί στο δίπατο αρχοντόσπιτό του στην ερημιά μια Εβραιοπούλα 20 με 30 χρόνια νεότερή του. Για το αλλόκοτο αυτό ζευγάρι πλανιόταν η φήμη πως η κοπέλα είχε ξεμυαλίσει τον προστάτη της. Απλή φήμη όμως. Μια από τις πολλές που τριγυρνούν μετέωρες σε όλο το μυθιστόρημα. Τι απέγιναν οι δυο τους; Δραπέτευσαν μαζί; Κρύφτηκαν ή κρύβονται ακόμη κάπου; Ήσαν μέσα στο πλοίο που βυθίστηκε σχεδόν αύτανδρο; Ο συγγραφέας αφήνει σχεδόν όλα τα ερωτήματα αναπάντητα, ανοιχτά. Η σιωπή του αυτή – ή καλύτερα η αμφισημία – είναι το βαρύ πυροβολικό του έργου, το τεράστιο φορτίο του, νομίζω. Είναι γεγονός όμως πως ο εξαφανισμένος λαϊκός άνθρωπος, ο νοικοκύρης Ρούσος Κομητάς, μέσα από την απουσία του ανυψώνεται ξαφνικά με ένα τεράστιο ηθικό άλμα σε σύμβολο πατριωτισμού και ανθρωπιάς.
δ) Η αιώνια πάλη
Και όπως πάντα, ενυπάρχει, δεν μπορεί να λείψει από ένα τέτοιο έργο, η αιώνια πάλη του αρσενικού με το θηλυκό, ζωτικό σημάδι και συνέχεια της ζωής. Σε όλο το έργο υποβόσκει, όπως και στη ζωή άλλωστε, ένας λανθάνων ερωτισμός που αναπάντεχα – και μοιραία – συνοδοιπορεί με την αγάπη και το καθήκον. Ένας άδολος και πλατωνικός έρωτας του μικρού Κομητά (του κατοπινού μετανάστη) με μια συνομήλική του, «σκοτεινό αντικείμενο του πόθου» για τους άνδρες, ένα αγοροκόριτσο με το υπέροχο όνομα Ραδαμνή, (από το ουσιαστικό το ροδάμνι, δηλαδή ο βλαστός). Αξεπέραστος νονός ο Ψιλάκης και εδώ. Υποβλητικό όνομα με πολλές συνδηλώσεις: ρόδο, ροδαρά, ροδαυγή, ροδόσταμο, ροδοζάχαρη, αροδαμός. Δεν ξέρω αν η κατάληξη –μνή, παραπέμπει στο ρήμα μένω, οπότε η Ροδαμνή είναι το ρόδο που μένει άθικτο, ακέραιο, ολόδροσο ή αν η ίδια κατάληξη αντηχεί και οδηγεί σε δεύτερο συνθετικό σεμνή. Όλα παίζουν επίτηδες. Υπέροχες αντηχήσεις, συνηχήσεις και υποδηλώσεις.
Παντοτινός ο βαθύς πόθος ανάμεσα στους δυο τους που σιγοκαίει και εξακτινώνεται. Διασταύρωση στιγμών και βλεμμάτων που γλυκαίνουν την πικραμένη ατμόσφαιρα. Όμως η Κατοχή τα αναποδογυρίζει. Το κορίτσι λένε πως είχε σχέσεις, πάρε δώσε με του Γερμανούς. Και μετά την απελευθέρωση ακολουθεί την κοινή μοίρα τέτοιων γυναικών. Κάποιοι όψιμοι πατριώτες τη διαπομπεύουν ρεζιλεύοντάς την. Όμως…. Η συνέχεια στο μυθιστόρημα.
ΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ
Τα μηνύματα στο έργο εκπέμπονται πολλαπλά. Πρώτα πρώτα είναι ένα μυθιστόρημα παλικαριάς και δράσης, οδύνης και υπόκωφου έρωτα, αγάπης της ζωής και υπόρρητης μελέτης του θανάτου. Έχει όμως και άλλες πολλές προεκτάσεις και άλλες πολλές στοχεύσεις. Από αυτές θα επισημανθούν τρεις:
Η πρώτη: Το πανανθρώπινο μήνυμα αγάπης και συναδέλφωσης. Ο πόλεμος ασφαλώς και είναι, κατά τον συγγραφέα, ολέθριος και καταστροφικός. Για όλους, νικητές και ηττημένους. «Φίλους κι εχθρούς ο θάνατος σ΄ένα τραπέζι σμίγει», για να θυμηθούμε τον Γρυπάρη. Δεν υπάρχουν, κατά τον Ψιλάκη, «παιδιά ενός κατώτερου Θεού». Όλοι χάνονται και όλοι σώζονται μαζί. Γράφει στη σελίδα 76 για τους νεκρούς του πλοίου ΤάναΪς: «Ο θεός να τους αναπαύσει, Έλληνες, Ιταλούς, Εβραίους, όλους». Ανεξάρτητα από φυλή, φύλο, εθνικότητα, θρησκεία. Και αλλού στη σελίδα 476 αναφέρει «Όλοι οι διωγμοί είναι ένας!»
Η δεύτερη επισήμανση. Τον συγγραφέα προβληματίζουν δύσκολα ηθικά διλήμματα. Προσέξτε την άποψή του για τη συλλογική ευθύνη και για τη θανατική ποινή, με αφορμή τη θανατική καταδίκη του Γερμανού διοικητή της Κρήτης Μπρούνο Μπρόγιερ του «αποπνέοντος οσμήν κρητικού αίματος». Στις σελίδες 478-479.
«Στον διοικητή της Κρήτης Μπρούνο Μπρόγιερ που εκτελέστηκε, χρέωσαν 711 θανάτους. Οι εξακόσιοι περίπου νεκροί του Τάναϊς δε χρεώθηκαν σε κανένα. Αν ήμουν δικαστής, θα διάλεγα χειρότερη τιμωρία. Θα έκλεινα (τους μελλοθάνατους) σ΄ ένα κελί και θα έφερνα κάθε μέρα κι από ένα ορφανό, κι από μια χήρα να διηγούνται τα πάθη τους. Θα έφερνα και κάποιο (αυτόπτη μάρτυρα) να μη σταματά να ανιστορεί τι είδανε τα μάτια του και τι άκουσαν τα αυτιά του μια θλιμμένη νυχτιά του Ιούνη. Αλλά τώρα προτίμησαν τις παλιές ποινές. Ρίχνεις μια ντουφεκιά κι απαλλάσσεις τον άλλο από τις τύψεις, ίσως να φορτώνεσαι τύψεις κι εσύ.»
Η τρίτη επισήμανση: ο συγκρητισμός. Θα σταθώ λίγο περισσότερο σ΄αυτήν την «κρητική» λέξη. Το μήνυμα αφορά κυρίως τον κρητικό αναγνώστη, αν και η λέξη είναι διεθνής όρος. Από την αρχαιότητα ήδη οι ενενήντα κρητικές πόλεις που αναφέρει ο Όμηρος, βρίσκονταν σε συνεχείς φιλονικίες και προστριβές μεταξύ τους. Μπροστά όμως στον κοινό εξωτερικό κίνδυνο ενώνονταν και αναγκαστικά ομονοούσαν, όσο διαρκούσε το πρόβλημα. Έτσι προέκυψε ο διεθνής όρος συγκρητισμός, αν και, κατά τον Πλούταρχο, τον επινόησαν οι ίδιοι οι Κρητικοί. Σημαίνει «ανάμειξη στοιχείων διαφορετικής προέλευσης».
Νομίζω πως και σήμερα οι διαμάχες εξακολουθούν να αναφύονται στους Κρητικούς με τη μορφή του έντονου τοπικισμού· ας επισημανθεί, εντελώς πρόχειρα, η υφέρπουσα διαμάχη ανάμεσα στους Ηρακλειώτες και στους Χανιώτες. Αλλά και λίγο παλιότερα οι μισοί νομοί της Κρήτης ήταν αντικείμενο υποτίμησης και έντονου χλευασμού από μερίδα κατοίκων των άλλων μισών. Υποτίθεται πως έτσι αυτοί εξυψώνονταν υποτιμώντας τους άλλους με χαιρέκακους χαρακτηρισμούς, μοχθηρούς, γεμάτους φαρμάκι. Ήταν εκφράσεις «αναμφισβήτητα θανάσιμες», όπως αναφέρει ο Μενέλαος Παρλαμάς. Ενδεικτικά αναφέρεται ένα τετράστιχο:
Οι Χανιώτες για τα άρματα,
οι Ρεθεμνιώτες για τα γράμματα,
οι Καστρινοί (Ηρακλειώτες) για το ποτήρι (άρα μπεκρήδες)
και οι Λασιθιώτες…
αποφεύγω να συμπληρώσω τον στίχο· οι περισσότεροι ίσως τον γνωρίζουν ή υποθέτουν πώς συμπληρώνεται από την ομοιοκαταληξία με τη λέξη ποτήρι του τρίτου στίχου. Ο Ψιλάκης όμως, καθολικός Κρητικός, ανήκει στους συν-Κρήτες. Δεν ανέχεται τη διάσπαση και συγκερνά τις διαφορές. Προσέξτε πώς συνενώνει τις δυο αντιμαχόμενες πόλεις Ηράκλειο και Χανιά. (Να τονιστεί όμως πως η αντιπαράθεση αφορά σήμερα ελάχιστους θερμοκέφαλους στις δύο περιοχές, χουλιγκάνους θα τους έλεγα). Στις σελίδες 74-75:
«Έτσι γνώρισα τις δυο μεγάλες πολιτείες του τόπου μου (Ηράκλειο και Χανιά). Και τις αγάπησα τόσο στο μυαλό μου που τις έκαμα μία…. Περνούσα καλά μαζί τους. Και οι δυο πολιτείες είχαν λιμάνι και οι δυο φορούσαν τις πέτρινες πανοπλίες τους, κάτι θεόρατα βενετσιάνικα τείχη που μου θύμιζαν τα κάστρα των παιδικών παραμυθιών, μα γιγαντωμένα, για να χωρούν όλα τα σπίτια και όλα τα βάσανα….»
Επισημαίνω τέλος μικρές χαρακτηριστικές φράσεις από το έργο, στοχαστικά αποστάγματα, που είναι, νομίζω, αξεπέραστες:
- Ανάθεμά τον όπου φρονιμέψει από ανάγκη! (σελ. 142)
- Τι τα θες, μωρέ κουζούλακα, τα λεφτά; Μια τρυπημένη δεκάρα σού χρειάζεται, μόνο και μόνο για να τη δώσεις στο βαρκάρη του Χάρου! (σελίδα 139)
Πώς λεγόταν στα χωριά μας το μικρό νόμισμα, ο οβολός που έβαζαν παλιότερα στο στόμα του νεκρού, για να πληρώσει το βαρκάρη στον Κάτω Κόσμο; Ονομαζόταν από το λαό μας το περατίκι (από το ρήμα περνώ, ήταν εισιτήριο από τον έναν κόσμο στον άλλο). Ειδωλολατρικό κατάλοιπο. Αναμφίβολα εδώ μιλά ολοφάνερα ο λαογράφος Ψιλάκης και η μεγάλη αγάπη του, η Λαογραφία.
ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας «πολυφωνικό». Και πράγματι με την πολυμορφική ροή του από κάθε σχεδόν σελίδα ξεπετάγονται ποικίλες φωνές από πρωταγωνιστές ή κομπάρσους που μας καλούν – και μας προσκαλούν - να τις αποκρυπτογραφήσουμε. Γι’ αυτό και δεν επιδέχεται γρήγορη, επιπόλαιη και επιφανειακή ανάγνωση, έτσι απλώς για να σκοτώσομε την ώρα μας. Προσφέρεται όμως για ψυχαγωγία υψηλού επιπέδου και για προβληματισμό. Απαιτείται προσεκτική μελέτη και αυτοσυγκέντρωση παρά τη λαγαρότητα του λόγου, τα θαλερά ελληνικά του και τη λυρική διάθλαση των γεγονότων. Ρίχνεις μια πέτρα στο νερό (:στην ανάγνωση του βιβλίου) και οι ομόκεντροι κύκλοι που σχηματίζονται (:οι νοηματικοί κύκλοι) σιγά σιγά πλαταίνουν. Δεν πρέπει όμως να χαθούν στην απεραντοσύνη του νερού (:στη μεγάλη έκταση, στον προβληματισμό, στον στοχασμό….), καθώς ο συγγραφέας μεταχειρίζεται την τεχνική της φωτοσκίασης επιδέξια και με μεγάλη σχεδιαστική δεινότητα. Επίτηδες τα αφήνει όλα ρευστά, ευμετάβλητα, με αναλαμπές. Παντού φως και σκιά. Υπερισχύει ο υπαινιγμός. Μέχρι το τέλος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: ο μουγγός, ο Βαρδής, σημαίνον πρόσωπο του έργου, φίλος και συνεργάτης του Ρούσου Κομητά, που δεν ήταν καθόλου μουγγός ούτε και λεγόταν Βαρδής. Αυτό αποκαλυπτικά φανερώνεται – και αιφνιδιάζει – μόλις στο τέλος του έργου. Μοιάζει με ένα σημερινό φωτο-φίνις στο τέρμα ενός σημαντικού και αμφιρρέποντος αγώνα ταχύτητας και αντοχής ταυτόχρονα.
Πάντα μου ασκούσε μια μυστική γοητεία ένα έξοχο ποίημα του Καβάφη, ο Καισαρίων. Ο μεγάλος Αλεξανδρινός, «εν μέρει για να εξακριβώσει μια εποχή», έτσι γράφει στο ποίημα, διαβάζει τη νύχτα στην Αλεξάνδρεια, από βιβλίο φυσικά, επιγραφές των Πτολεμαίων της Αιγύπτου. Κάποια στιγμή φτάνει στον Βασιλέα των Βασιλέων, στον Καισαρίωνα. Για να τον πλάσει όπως θέλει, αφήνει επίτηδες τη λάμπα να σβήνει σιγά στο δωμάτιό του και φαντάζεται πως αχνοφαίνεται μέσα στο μισοσκόταδο ο Καισαρίων με την αόριστη γοητεία του «ιδεώδης εν τη λύπη του…..»
Όμοια σε μια στιγμή ώσμωσης με τον Μεγάλο Αλεξανδρινό, φαντάζομαι τον Νίκο Ψιλάκη νύχτες και νύχτες σε μια δίνη σκέψης με σωρευμένη μνήμη «εν μέρει για να εξακριβώσει μια εποχή» (κι αυτός σαν τον Καβάφη) να προσπαθεί, ίσως χαμηλώνοντας τα φώτα, να δώσει σάρκα και οστά στους ήρωές του, όντας συγχρόνως κοντινός και μακρινός συνταξιδιώτης τους, εκεί στον Λόφο της Σεμέλης, στο ερημητήριό του. Να τους πλάθει κάπως πιο ελεύθερα στον νου του: τον Ρούσο το Κομητά τον πατέρα, τη Δοξανιά τη μητέρα, τον γιο τον μετανάστη (χωρίς μικρό όνομα), την αγαπημένη του αδελφή Ευγενικώ, τον Βαρδή τον μουγγό, την ξελογιάστρα την Εσθήρ, την πάλλευκη τη Ροδαμνή, όχι πια ατιμωτικά κουρεμένη μα εξαγνισμένη με το φωτοστέφανο της αγάπης, τον Έντζο τον Ιταλό, έτοιμο να προσφέρει στην αγαπημένη του Συλβάνα ένα ζευγάρι ξυλοπάπουτσα, τους Κρητικούς αγωνιστές, τους ξεκληρισμένους Εβραίους…
Όσο για την έξοχη μορφή του εξωφύλλου, η Κρητικοπούλα που εικονίζεται με τα θλιμμένα στοχαστικά μάτια, είναι πραγματικό πρόσωπο από φωτογραφία της δεκαετίας του 1930. Ο συγγραφέας κατάφερε με εργώδεις και πείσμονες προσπάθειες να την αναπλάσει παλεύοντας πάνω στους ιριδίζοντες κυματισμούς και στις αναλαμπές μιας θάλασσας που μοιάζει να κοιμάται· παλλόμενη όμως. Μιας θάλασσας που λες και επείγεται να καταπιεί τη γυναικεία μορφή, όπως τους μαρτυρικούς ναυαγούς του Τάναϊς.
Τελειώνοντας, Νίκο Ψιλάκη, σε ευχαριστούμε. Μας έκανες συνταξιδιώτες σου δονώντας και αρδεύοντας κεκοιμημένες μνήμες με τους κρητικούς ψιθύρους σου μέσα από το μυστηριακό φακό σου. Είναι σαν να ζήσαμε όχι μόνο τις ανεμόδαρτες στιγμές οδύνης του μοιραίου πλοίου Τάναϊς και του νησιού μας αλλά και σαν, σεργιανίζοντας, κοινωνοί των μεγάλων μυστικών της Κρήτης, να απολαμβάνουμε ένα παλιό αγαπημένο κρητικό τραγούδι!
more...
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΡΑΚΩΝΑΚΗ
Φιλολόγου
(Διερεύνηση μιας κτηνωδίας σε δίσεκτα αλλά και ηρωικά χρόνια)
Σαν τη λογιάσεις μια δουλειά, όρτσα και μη φοβάσαι,αμόλα τη τη νιότη σου και μην τηνε λυπάσαι!
(Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 606)
Μια από τις τρεις έξοχες μαντινιάδες που ο Καζαντζάκης υπεραγαπούσε. Τη βαφτίζει μαντινιάδα «αντροπλάστρω», που πλάθει τους άντρες, που γεννά και κατευθύνει παλικάρια. Και όχι μόνο στην αντρειοσύνη. Συνιστά κυρίως πράξη ζωής.
Στέλνει λοιπόν ο Καζαντζάκης «τον καλό λυράρη τον Χαρίδημο με το βασιλικό στο αφτί» να την τραγουδήσει στον «παππού» του – έτσι τον λέει – στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, καθώς η μάχη της ζωής του (του Καζαντζάκη) τελεύγει και οι ίσκιοι αρχίζουν σιγά σιγά να πυκνώνουν προμηνύοντας αναπόφευκτα τη μεγάλη σιγή. Αυτή η άγρια παραγγελιά που δίνει ο Κρητικός στον Κρητικό, θαρρώ πως ταιριάζει σε όλους τους επίμονους, τους πεισματάρηδες, τους ανήσυχους και τους ευαίσθητους που πασχίζουν να προσεγγίσουν τα δυσκολόπαρτα και να μιμηθούν τις μεγάλες σκιές και τις βαριές παραινέσεις των προγόνων.
Αυτήν την κρητική προσταγή, την «άγια και άγρια φλόγα», ο Νίκος Ψιλάκης την ακολούθησε με πείσμα και πάθος, τη λόγιασε τη δουλειά και όρμησε να αναμετρηθεί, σαν νέος Κρητικός κι αυτός, με την ανείπωτη τραγωδία του γενέθλιου τόπου μας.
Ξεκίνησε με δυο πετυχημένες προσπάθειες, δυο πολυταξιδεμένα μυθιστορήματα. «Δυο φεγγάρια δρόμο» το πρώτο, λουσμένο στο κρητικό φως του 1950. Το άλλο η πολύ γνωστή και πολυδιαβασμένη «Πολυφίλητη» (εκδόθηκε το 2015) περίκλειστη είκοσι δυο χρόνια στο Μεγάλο Κάστρο ίσαμε το 1669. Και τα δυο φανερώνουν την ακαταμάχητη έλξη και σαγήνη που ασκούσε – και ασκεί – άλλοτε υπόκωφα, υπαινικτικά, και άλλοτε ολοφάνερα στον ταλαντούχο συγγραφέα βαρύς ο κρητικός τόπος.
Αυτά τα δυο έργα στάθηκαν ο προπομπός για το τρίτο ιστορικό μυθιστόρημα με τον εμβληματικό και πολυσήμαντο τίτλο «Κι οι θάλασσες σωπαίνουν».
Δύσκολο, πολύ δύσκολο είδος της πεζογραφίας το μυθιστόρημα γενικά. Ακόμα δυσκολότερο όμως είναι το ιστορικό μυθιστόρημα, αφού κατά τον συμπυκνωμένο ορισμό του κύριου δημιουργού του είδους Walter Scott πρόκειται «για ρεαλιστική εκτέλεση μιας ρομαντικής σύλληψης». Πώς να συνταιριάσεις όμως ρεαλισμό με ρομαντισμό; Δύσκολο, «Δήλιον πρόβλημα». Η ρεαλιστική βάση ξεκινά από τη βαθιά γνώση της ιστορίας ή από έντονα προσωπικά βιώματα, ενώ το συναίσθημα και η βαθμιαία καταβύθιση στο παρελθόν συναποτελούν το ρομαντικό στοιχείο. Το ρίγος μιας περασμένης εποχής, οι εικόνες από το παρελθόν και ο τόπος, ιδίως ο γενέθλιος τόπος, βασανιστικά παρών μας σημαδεύει όλους «βαρύ τ΄ ανθρώπου μετερίζι!» Αυτή η σωρευμένη μνήμη μάς καλεί και μας προκαλεί συνέχεια στο μεγάλο παιχνίδι των παθών και των λέξεων. Θαρρώ πως είναι το ζωντανό αντιφέγγισμα της μνήμης, της ανεξίτηλης παιδικής μνήμης. Και της καρδιάς μας.
Τούτη τη φορά, με το τρίτο μυθιστόρημά του, ο Ψιλάκης αναμετριέται στοχαστικά με την κοντινή μας ιστορία. Το ιστόρημα, το δεύτερο σκέλος της λέξης μυθιστόρημα, περιλάμβανε λιγοστά ιστορικά στοιχεία. Ό,τι είχε περισωθεί από το 1920 μέχρι το 1964. Δε σώπαιναν μόνο οι θάλασσες αλλά και τα γεγονότα. Ο μύθος όμως, το πρώτο σκέλος της λέξης μυθιστόρημα, είχε σφηνωθεί στο μυαλό του συγγραφέα. Ήταν σχεδόν έτοιμος. Ξεπηδούσε από μέσα του βιαστικός, ολοζώντανος, πάσχιζε να μετουσιωθεί με λέξεις. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια που βάζει στο γράμμα κάποιου ήρωα του έργου του στη σελίδα 99. Δείχνουν τη βιάση και τη σφοδρή επιθυμία του ίδιου του Ψιλάκη, νομίζω. Με έξοχα λεκτικά σχήματα:
«Σφίγγω το μολύβι, λοιπόν, αγκομαχώ, αγκομαχά κι αυτό μαζί μου. Τρέμουν οι λέξεις μην και τις αλέσω πάνω στη βιάση μου. Βιάζομαι. Πουλιά είναι οι στοχασμοί μου και πεταρίζουν, φοβούμαι μη φύγουν, πριν προλάβω να τους μαντρώσω σε μια κόλλα χαρτί. Μπερδεύονται οι λέξεις στα δάκτυλά μου, άλλες περίσσια γλυκές, άλλες περίσσια πικρές, άλλες κλωτσούσαν, άλλες γελούσαν, πώς να τις βάλω σε τάξη;»
Κι ωστόσο πολύ γρήγορα τις βάζει σε τάξη. Τιθασεύει το υλικό του πλέκοντας ένα «πολυφωνικό» μυθιστόρημα. Χρησιμοποίησα επίτηδες το ρήμα τιθασεύει, γιατί ο συγγραφέας με πλάγιο τρόπο και πλέκοντας ένα περίτεχνο ετυμολογικό παιχνίδι σφηνώνει ευρηματικά στο έργο δύο αντίθετα επίθετα ομόρριζα με το ρήμα τιθασεύω. Το ατίθασος (πολύ γνωστό σήμερα) και το αντίθετό του τιθασός (ελάχιστα διαδεδομένο στις μέρες μας). Το πρώτο επίθετο το συνδέει με την κοπέλα-μυστήριο, τη ζωηρούλα, την άφαντη και αέρινη πρωταγωνίστρια, την Εσθήρ. Στη σελίδα 24:
«Σε τούτα τα μέρη (στην Κρήτη) δεν είναι καθόλου δύσκολα ν΄ ακούσεις ακόμη και λέξεις ομηρικές να κατεβαίνουν ανάκατες με κοινότατες σύγχρονες, ακόμη και με βενέτικες και τούρκικες που ξέμειναν σαν κατάλοιπο της ιστορίας στις γλώσσες των ανθρώπων. Θυμόμουν από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη τη λέξη τιθασός που θα πει ήμερος. Έτσι χαρακτήριζαν κάποτε τα εξημερωμένα ζώα. Κατόπιν έβαλαν εκείνο το στερητικό άλφα μπροστά και έφτιαξαν τη λέξη ατίθασος που κινείται στα όρια, όχι ακριβώς άγριος, όχι ακριβώς ήμερος. Αυτό ήταν λοιπόν η κοπέλα-μυστήριο; (η Εσθήρ); Ούτε άγρια ούτε ήμερη;»
Η ΥΠΟΘΕΣΗ
1926. Ένα εξάχρονο Κρητικόπουλο υιοθετημένο από τον Ελληνοαμερικανό αδελφό του πατέρα του σαλπάρει για τη μακρινή Αμερική κουβαλώντας τις άγουρες μνήμες της πατρίδας του ολοζώντανες μέσα στα όνειρά του. Σαρανταπεντάχρονος περίπου ξαναγυρνά τον Ιούνιο του 1964 για το μνημόσυνο της μάνας του ψηλαφώντας τα ίχνη του μυστηριωδώς εξαφανισμένου από το 1944 πατέρα του Ρούσου Κομητά λίγο πριν την απελευθέρωσή μας από τους Γερμανούς. Διαδιδόταν πως ίσως πνίγηκε σε ναυάγιο. Ο γιος αναθυμάται, προσπαθεί να λύσει ένα οικογενειακό αίνιγμα, να σκαλίσει και να ανασυνθέσει το παρελθόν. Παιδικές και νεανικές στιγμές μπλέκονται με γλυκόπικρες αναμνήσεις (κάτι σαν τη χαρμολύπη της εκκλησίας μας) περιδιαβαίνοντας και μελετώντας τα πρόσωπα, τα γεγονότα και τις καταστάσεις του νησιού μας. Ο μετανάστης-αφηγητής τριγυρνά ιδίως στην περίοδο της Κατοχής (1941-1944) και στο ανελέητο δράμα της Κρήτης αλλά και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και στα φρικτά αντίποινα από τους κατακτητές.
Λίγο περισσότεροι από τρεις εκατοντάδες Εβραίοι ζούσαν όλοι κι όλοι στο νησί μας. Τη μόνη γλώσσα που ήξεραν ήσαν τα ιδιωματικά κρητικά. Αιώνες εγκατεστημένοι στην Κρήτη, μερικοί έμεναν εδώ και 2.300 χρόνια, στριμωγμένοι σε δυο μικρές συνοικίες – Οβριακές τις έλεγαν τότε – μια στα Χανιά και μια στο Ηράκλειο και λιγοστοί Αρμένηδες συζούσαν αρμονικά με τους ντόπιους Κρητικούς. Ανάμεσά τους πλέκονταν ιστορίες αλληλοεκτίμησης και αλληλοπροστασίας. Και παραδοσιακά γλέντια και ανομολόγητοι έρωτες. Και σκηνές μεγαλοσύνης και ηρωισμού αλλά και μικρότητας και προδοσίας. Όλα αυτά συνυπάρχουν συνήθως στη ζωή. Άντρες, αντράκια και χαμαντράκια. Αντρογυναίκες, γυναίκες και γυναικούλες. Ο Ψιλάκης τους ζωγραφίζει υπέροχα. Η ζωή από τη μια κυλούσε ακέρια, ολόγιομη, όμορφη. Από την άλλη όμως φάνταζε θλιβερή μέσα στη ζοφερή νύχτα του ναζιστικού τρόμου. Μια μικρή πικρή γεύση από τα αντίποινα των Ναζί θα συναντήσουμε στους Κάμπους, χωριό των Χανίων (σελίδες 187-188):
«7 Μαΐου 1944, βράδυ. Ορεινό χωριό Κάμποι στα Χανιά. Έχει πανηγύρι αύριο. Και στο καφενείο του Καλογερή έχουν αρχίσει να παίζουν οι λύρες. Ο Βασίλης χορεύει. Και ξαφνικά αρχίζουν κάποιοι να σηκώνονται. Φωνές. Κάτι παράξενο φαίνεται να συμβαίνει αλλά η λύρα παίζει ακόμη. Και ο Βασίλης χορεύει. Κρατά την αρραβωνιαστικιά του από το χέρι· καμαρώνει τον ανάλαφρο βηματισμό της και σε λίγο θα της δώσει την πρωτιά στον κυκλικό χορό του χωριού. Αλλά δεν προλαβαίνει. Εκείνη τη στιγμή εφορμά στο χωριό το απόσπασμα από το στρατηγείο του Μπρούνο Μπρόγιερ. Η λύρα σταματά. Ο Βασίλης τρέχει να κρυφτεί. Το παντελόνι του είναι φτιαγμένο με μεταξωτό πανί γερμανικού αλεξίπτωτου, δεν πρέπει να τον δούνε. Τρέχει, προσπαθεί να ξεφύγει, καταφέρνει να φτάσει σ΄ ένα χωράφι, ακριβώς δίπλα στο μαγαζί. Μα πέφτει σε άλλο γερμανικό απόσπασμα. Μια ριπή, δεύτερη ριπή, μια σφαίρα, δεύτερη σφαίρα. (Ο Βασίλης πέφτει νεκρός….)
Ιούνιος του 1944. Οι κατακτητές έχουν συλλάβει ανυπότακτους Κρητικούς πατριώτες, Ιταλούς αντιφασίστες και όλους σχεδόν τους Εβραίους της Κρήτης (200 περίπου στα Χανιά και 100 στο Ηράκλειο), τους στριμώχνουν στο επιταγμένο ατμόπλοιο Τάναϊς, λαβωμένο ήδη και ελάχιστα αξιόπλοο και στις 8 Ιουνίου αποπλέουν από το Ηράκλειο για τον Πειραιά με επόμενο προορισμό τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Κεντρικής Ευρώπης (ίσως το Άουσβιτς ή το Νταχάου). Λίγα μίλια έξω από το Ηράκλειο μεταξύ Κρήτης και Σαντορίνης δυο τορπίλες που εκτοξεύτηκαν από αγγλικό υποβρύχιο, βυθίζουν σχεδόν αύτανδρο το τραγικό ατμόπλοιο Τάναϊς. 500-600 άνθρωποι χάνονται στον υγρό τάφο του πελάγους. Κι ανάμεσά τους 120 παιδιά. Κι οι θάλασσες σωπαίνουν με τα ατάραχα νερά μέσα στη γαλήνη των νησιών μας και στην απεραντοσύνη του πελάγους… Ο νους μου γυρνά στους στίχους του Σεφέρη από το ποίημα Ελένη:
«Τόσα κορμιά ριγμένα στα σαγόνια της θάλασσας,
τόσες ψυχές δοσμένες στις μυλόπετρες σαν το σιτάρι…..»
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Τον συγγραφέα που συγκλονιζόταν από τα γεγονότα, απασχολούσε έντονα το λιγοστό ιστορικό υλικό. Πώς θα ζωντανέψει την ιστορία; Υπήρχαν μόνο λίγα ψίχουλα, ρινίσματα πληροφοριών. Δε σώπαιναν μόνο οι θάλασσες αλλά σχεδόν και οι ιστορικές πηγές, προφορικές ή γραπτές, καθώς ήσαν δυσπρόσιτες, ανεξερεύνητες και θαμμένες οι περισσότερες.
Αρχίζει έτσι μια συστηματική και επίπονη προσπάθεια του συγγραφέα να πλησιάσει, να ανοίξει χαραμάδες και να κατανοήσει όσα συνέβησαν. Πολύωρες συζητήσεις με συγγενείς των ελάχιστων ναυτικών του Τάναϊς που είχαν διασωθεί, με άλλους ναυτικούς, με μελετητές της Κρητικής Αντίστασης, με ηγετικά στελέχη των Ισραηλιτών της Ελλάδας. Ακόμη με αναζήτηση σε αρχεία της εποχής και σε βιβλιοθήκες. Μέχρι και τη μελέτη του φακέλου του ναυαγίου του πλοίου Τάναϊς διερεύνησε. Ο φάκελος βρισκόταν ξεχασμένος στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας στον Πειραιά. Επιμένοντας κατάφερε να τον προσεγγίσει με ειδική άδεια που εκδόθηκε από την Εισαγγελία Πειραιά, παρακαλώ!
Με αφορμή αυτό το παρακαλώ αξίζει να κάμω εδώ μια μικρή παρέκβαση με μια προσωπική εμπειρία και διαπίστωση. Ο Ψιλάκης δεν είναι μόνο ικανότατος μυθιστοριογράφος. Είναι πολυσχιδέστατος, ένας homo universalis, καθολικός, αναγεννησιακός άνθρωπος. Στους απλούς Κρητικούς είναι γνωστός κυρίως από τις λαογραφικές, γλωσσικές και ιστορικές τοπικές αναδιφήσεις του. Αλλά προπαντός από την πολύχρονη πρωινή εκπομπή του στο Ράδιο Κρήτη. Εκπομπή που άφησε εποχή όχι μόνο για την υψηλή ποιότητα και την πληρότητά της αλλά και για τα εντυπωσιακά ποσοστά ακροαματικότητας. Όλη η Κρήτη την παρακολουθούσε. Χωρίς υπερβολή: Ήταν η ώρα του Ψιλάκη!
Θυμάμαι λοιπόν πως ανάμεσα στους τρόπους σχολιασμού των γεγονότων – και ήταν πάρα πολλοί – ο Ψιλάκης είχε ξετρυπώσει και το ρήμα παρακαλώ. Ψυχανεμιζόμουν πως δίπλα του υπήρχε και ένα ηχηρό θαυμαστικό. Καταλάβαινα πως, όπως τα έλεγε, ήταν μια μέγιστη μορφή σχολιασμού. Καθώς τον άκουγα, ένιωθα πως αυτό το παρακαλώ με το θαυμαστικό μπορούσε, κατά περίπτωση, να δηλώνει: θαυμασμό, απορία, ειρωνεία, περιφρόνηση, μείωση, υποτίμηση, αμφισβήτηση ή κάποιες φορές δυο και τρία από αυτά ταυτόχρονα. Δεν ξέρω αν τα θυμάται ο ίδιος σήμερα. Εγώ πάντως τα θεωρώ σήμα κατατεθέν του αλλά και ένα από τα δυνατά εκφραστικό του σημεία.
Επιστρέφοντας ολοκληρώνω με τις ιστορικές πηγές του συγγραφέα. Η εξαντλητική αυτή προσπάθεια είχε και ένα σημαντικό παράπλευρο όφελος. Κατάφερε να ξεθάψει και να φέρει στην επιφάνεια ιστορικά στοιχεία της εποχής πολλαπλώς χρήσιμα για τους μελετητές, πρωτογενείς πληροφορίες. Για να θυμηθούμε τον Ελύτη: (ο Ψιλάκης) «δοκίμασε φτυαριές μέσα στης ιστορίας τα χώματα…».
Έτσι προέκυψε το νέο του μυθιστόρημα. Μύθος και ιστορία. Καθώς αυτά τα δυο συμπλέκονται αρμονικά, είναι δύσκολο να τα ξεχωρίσουμε. Είναι μια ακροβασία στο μεταίχμιο ιστορίας και πραγματικότητας.
ΚΑΠΟΙΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ
Η πυκνότητα του λόγου είναι χαρακτηριστική. Σχεδόν σε κάθε σελίδα υποκρύπτεται και μια μικρή ξεχωριστή ιστορία. Ένα έντονο βιωματικό στοιχείο του συγγραφέα συρράπτεται και ενσωματώνεται με γερούς αρμούς στο γενικότερο πλαίσιο του έργου με εξονυχιστικές λεπτομέρειες και διεισδυτικές αξιολογικές κρίσεις. Από το πλήθος των στοιχείων αυτών θα αναφερθούν αναγκαστικά τρεις μόνο επισημάνσεις.
Πρώτη επισήμανση: Η θεαματική και με παγκόσμια απήχηση απαγωγή του Γερμανού στρατηγού Κράιπε από Κρητικούς πατριώτες και τα φρικτά αντίποινα που ακολούθησαν. Το παράξενο αλλά και ευεξήγητο: ο συγγραφέας δε σταματά στην περιγραφή της απαγωγής, που θα ήταν άλλωστε «πεδίον δόξης λαμπρόν» για τον ίδιο, αλλά διατυπώνει την άποψή του προβληματιζόμενος για τη σκοπιμότητα της ηρωικής αυτής πράξης και για τις ολέθριες συνέπειές της. Στις σελίδες 170 και 420:
«Η απαγωγή ακούστηκε σ΄ όλο τον κόσμο και έκαμε πάταγο μεγάλο. Σήμερα τη διηγούμαστε μόνο σαν σπουδαίο κατόρθωμα. Είναι όμως καιρός να λογαριάσουμε και πόσοι αθώοι όμηροι εκτελέστηκαν τότε. Εκατόμβες τα θύματα…. Κάποιος έπρεπε να πληρώσει γι΄ αυτήν την αποκοτιά. Και πλήρωσαν οι αθώοι. Αναλογίζομαι, αγαπητέ κύριε, αν ωφέλησε αυτή η αποκοτιά.»
Δεύτερη επισήμανση: το ριζίτικο τραγούδι, το τελευταίο τραγούδι του αντρειωμένου που τραγουδά ένας νεαρός αιχμάλωτος από τους Κάμπους, χωριό των Χανίων λίγο πριν κατέβει στα αμπάρια του πλοίου Τάναϊς για το τελευταίο μοιραίο ταξίδι. Ίσως είναι ένας από τους τρεις γιους του Γιάννη Αρετάκη που χάθηκαν και οι τρεις στο ναυάγιο. Στις σελίδες 458-459:
«Οι Έλληνες κρατούμενοι συνεχίζουν να ανεβαίνουν τη σκάλα του πλοίου (του Τάναϊς). Η προκυμαία αρχίζει να αδειάζει….. Όμηροι όλοι. Και από πίσω τρεις νεαροί στη σειρά, ο ένας πίσω από τον άλλο. Αδέρφια (παιδιά του Γιάννη Αρετάκη από τους Κάμπους)…. Αλλά ο ένας από αυτούς δεν ανεβαίνει. Σταματά σαν άγαλμα μπροστά στην καταπακτή (του πλοίου). Είναι νέος, ίσαμε είκοσι πέντε χρονών, με πλεκτό λευκό μαντήλι στην κεφαλή. Δύο κάνες στρέφονται κατά πάνω του. Εκείνος σηκώνει τα χέρια ψηλά, μα όχι όπως εκείνοι που παραδίδονται, κάνει νεύμα να κατεβάσουν τα όπλα. Και αρχίζει το τραγούδι….
Τρεις αντρειωμένοι κάθονται στην άκρη του κατέργου
κι έχουν και σκλάβον όμορφο στα σίδερα δεμένο,
κι ο σκλάβος αναστέναξε κι εστάθη το καράβι.
Ποιος είναι π΄ αναστέναξε κι εστάθη το καράβι;
Εγώ ΄μαι π΄ αναστέναξα κι εστάθη το καράβι,
που ΄μουν τριών μερών γαμπρός και μια ξανθή ανημένει….
Όλοι τον κοιτάζουν, κανείς δε μιλά. Ούτε ο επικεφαλής της φρουράς. Από τ΄ αμπάρι ακούγονται παλαμάκια (των αιχμαλώτων). Γεμίζει και το τρίτο αμπάρι.»
Τρίτη επισήμανση: το απόκοσμο τραγούδι. Λίγο πιο κάτω, στη σελίδα 463, μια απόκοσμη μοναχική φωνή τραγουδά από το μεσαίο αμπάρι του Τάναϊς λίγο πριν τη συντριβή:
«Αφουγκράζεται πάλι. Στο μεσαίο αμπάρι μια φωνή μοναχική, σαν από άλλους γαλαξίες φερμένη. Κάποιος τραγουδά:
Πείτε μου, πείτε μου πουλιά, πείτε μου χελιδόνια
πείτε μου αν είδατε ποτέ καράβι ν΄ αρμενίζει,
να ΄χει τον στεναγμό πανί, να ΄χει το δάκρυ κύμα,
να έχει και στ΄ αμπάρι του σκιας πεντακόσους σκλάβους….»
Η εποχή αναπλάθεται μαστορεμένη με περισσή φροντίδα και με τρόπο υποβλητικό. Στις σελίδες παρελαύνουν πρόσωπα, τόποι, γεγονότα, που ξυπνούν ατελεύτητες μνήμες κυρίως για τους αναγνώστες μεγαλύτερης ηλικίας. Όλα, σχεδόν όλα, χωρούν στο μυθιστόρημα. Εντοπίζω μερικές ρηγματώσεις μνήμης από τους μακρινούς σφυγμούς των δεκαετιών του 1950 αλλά και του 1960 και του 1970.
α) Το θρυλικό επιβατηγό πλοίο Αγγέλικα που απαθανατίστηκε και από τον Ελύτη στο Άξιον εστί. Οι μεγαλύτεροι θα το θυμούνται να πλησιάζει υπερήφανο καμαρωτά στο λιμάνι της Σητείας – μέγα γεγονός για την πόλη μας. Πλησίαζε στο λιμάνι αλλά δεν πλεύριζε· το βάθος του λιμανιού δεν το επέτρεπε και οι ταξιδιώτες μεταφέρονταν με βάρκες στη στεριά.
β) Το μέγαρο του Φυτάκη στο λιμάνι του Ηρακλείου· το έδειχναν στους ταξιδιώτες σαν αξιοθέατο όχι τόσο για την αρχιτεκτονική του αλλά γιατί ο ιδιοκτήτης του, ένας πλούσιος κτηματίας της περιοχής, το είχε παίξει στα ζάρια και το είχε χάσει. Έτσι, σε μια μόνο ζαριά. Ένα ολόκληρο μέγαρο!
γ) Ο αρχιμανδρίτης Ευγένιος Ψαλιδάκης από τη Βουλισμένη του Μεραμπέλου, φωτεινός ιεράρχης, λαμπρή μορφή της Κρητικής Εκκλησίας. Λεγόταν πως έκρυψε στα ράσα του δυο μικρά Εβραιόπουλα μπροστά στα μάτια των Γερμανών έξω από το πλοίο Τάναϊς. Είναι ο ίδιος που, παρά τα λεγόμενα και αψηφώντας τις απειλές παραγόντων της Ελλαδικής Εκκλησίας, συμμετείχε στην τελετή της κηδείας του Νίκου Καζαντζάκη επικεφαλής δεκαεπτά ιερέων. Στις σελίδες 452 και 454:
«Το λιμάνι κλειστό, προσεγγίσεις σκαφών απαγορεύονται. Δυο ιερωμένοι πλησιάζουν και χώνονται ανάμεσα στους ομήρους. Αρχιμανδρίτης ο ένας, διάκος ο άλλος…. Ο αρχιμανδρίτης ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος, φαίνεται ψηλός και γεροδεμένος. Ένας ντόπιος ναυτικός σκουντά το διπλανό του. – Ο Ευγένιος (του λέει)· Πειραιώτης ο άλλος, δεν ξέρει. Ποιος είπες; Ο Ευγένιος. - Δηλαδή; - πρωτοσύγκελος είναι, τοποτηρητής του Δεσπότη. Δεν έχει ακόμη το βαθμό του επισκόπου αλλά λογίζεται πιότερο και από Μητροπολίτης. Τα καλιμαύκια κινούνται αργά, οι δυο παπάδες μιλούν στις γυναίκες. Τους δίνουν κουράγιο. Τι λέξη κι αυτή. Κουράγιο!
Ένας ναύτης ο Σαράντης μένει κολλημένος στην ίδια θέση με το βλέμμα καρφωμένο στο διάκο. Δεν ξέρει ότι λίγες μέρες αργότερα τούτος ο διάκος θα ψάχνει τρόπους να ειδοποιήσει κάποιες οικογένειες. Όσες μπορούσε να θυμηθεί. Κι ακόμη πιο μετά, δεκαετίες μετά, θα ακουστεί κάτι σαν αδέσποτη φήμη: «Ο αρχιμανδρίτης έχωσε στα ράσα του ένα ή δυο βρέφη για να τα σώσει, δυο Εβραιόπουλα». Φήμη μόνο. Ποιος να την επιβεβαιώσει; Και ποιος να τη διαψεύσει;»
δ) Η σημασία, τα μηνύματα και η λειτουργία της καμπάνας σε μια εποχή, όπου στα χωριά μας ελάχιστοι είχαν ρολόγια. Η καμπάνα ήταν το συλλογικό ρολόι του χωριού (σελίδες 72 και 113):
«Ξημερώματα στις 2 του Ιούνη άρχισε να χτυπά η καμπάνα…. Θα κατέχεις πως, ό,τι και να γίνει εδώ (στο χωριό), από την καμπάνα το μαθαίνομε. Στα χρόνια της Κατοχής οι Γερμανοί την είχαν απαγορεύσει, γιατί ο ήχος της γινόταν σύνθημα. Του Κοινοτικού Γιατρού έτσι αναγγέλλουν την άφιξη, με την καμπάνα. Αλλιώς ακούγεται κάθε φορά το παίξιμό της. Λυπητερό, αν είναι για θάνατο, κελαρυστό, αν είναι για χαρά, ζόρικο, αν είναι σε κίνδυνο. Τότες εκτυπούσε διαολισμένα. Τρέξαμε στην εκκλησία, θαρρούσαμε πως είχε πάρει φωτιά το χωριό. Είδαμε τον παπά να σύρνει με τέτοια βιάση τα καμπανόσκοινα που έτρεχε ο ίδρος του από πάνω του κουτσουνάρα….»
ε) Ακόμη και το δάκο μπλέκει στα γραφτά του ο Νίκος Ψιλάκης! Το παντοτινό πρόβλημα της ελιάς και των συμπατριωτών μας ελαιοπαραγωγών. Διαβάστε, σε δυο σειρές μόνο, ποιοι ήταν, οι πρωτόγονοι για σήμερα, τρόποι καταπολέμησής του. Στη σελίδα 122:
«Α, και ο δάκος, η μάστιγα της ελιάς. Στην τελευταία σελίδα του λεξικού του ανοιγμένου μπροστά μου. Θα καταπολεμηθεί λέει. Θα χρησιμοποιηθούν ούρα ανθρώπων και ζώων. Και αρσενικούχον νάτριον ως και πρότερον. Για τον δάκο!»
στ) Απολαύστε την ολοζώντανη περιγραφή των βουλευτικών εκλογών τον Οκτώβρη του 1961 και τα παρατράγουδά τους σε κρητικό χωριό. Πρόκειται για πραγματικό περιστατικό. Στις σελίδες 331-332:
«Κόσμος πολύς στο σχολείο, εκεί στηνόταν η κάλπη. Δύο στρατιώτες με τα όπλα στα χέρια, κομματάρχες με σταυρωμένα ψηφοδέλτια στις τσέπες, άλλος τα μοίραζε σαν συγχωροχάρτια και άλλος με μυστικότητα τάχα. Παίρνανε αγκαζέ τις γριούλες, ψίθυροι, τσακωμοί, μικροφασαρίες. Ένα χωριό βρισκόταν από το ξημέρωμα στο πόδι. Έναν τον κουβαλούσαν δυο μαντραχαλάδες καθισμένο σε καρέκλα, μιαν ετοιμόρροπη (γριά) την αναβάσταζαν οι δυο κόρες της, μιαν άλλη την έφεραν καβάλα στο γαϊδουράκι κι όταν την κατέβασαν, σωριάστηκε καταγής. Και ξαφνικά βλέπομε την πόρτα του σχολείου να ανοίγει, πρώτοι βγήκαν οι δυο στρατιώτες, ακολουθούσε κάποιος γεροδεμένος με την κάλπη φορτωμένη στην πλάτη, πιο πίσω ένας δικηγόρος, ήταν δικαστικός αντιπρόσωπος, μέχρι που τους πήραν χαμπάρι τα παιδιά και μαζεύτηκαν τσούρμο πίσω τους, λιτανεία θύμιζε. Και πού πηγαίνουν όλοι τούτοι; Μα στο σπίτι του ψευτοκαπετάνιου του τάδε, κατάκοιτος είναι και του πάνε την κάλπη στο κρεβάτι, για να μη χάσει ο βουλευτής την ψήφο του….»
ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
α) Ο μετανάστης-αφηγητής Κομητάς
Σκόπιμα χωρίς μικρό όνομα· μόνο η ιδιότητα του γιου ενδιαφέρει. Με την ανωνυμία αυτή λες και η αναζήτηση σταματά να είναι προσωπική υπόθεση και περιβάλλεται με καθολικό χαρακτήρα· αγκαλιάζει και αντιπροσωπεύει όχι μόνο το συγκεκριμένο μετανάστη αλλά καθένα που επίμονα αναζητά, ξεφλουδίζοντας τον ανελέητο χρόνο, αφανείς και βαθείς συνειρμούς ίσαμε να φτάσει, αν κάποτε φτάσει, στο ποθούμενο. Ίσως και να φορτίζει την μυστηριακή ατμόσφαιρα με μια κρυπτικότητα, καθώς ο γιος-μετανάστης μετεωρίζεται χαμένος και βυθισμένος σε δυο πολιτισμικούς κόσμους και αναζητά μια ταυτότητα που δε γνωρίζει αν υπάρχει, δεν έχει σχηματιστεί ακόμη, μένει άγνωστη τελικά, ανώνυμη.
Κινείται διαρκώς σε ένα ρόλο εξερευνητή και Σέρλοκ Χολμς ταυτόχρονα· όπως και ο ελληνοαμερικανός θείος του, ο αδελφός του πατέρα του. Αναζητά παντού τον εξαφανισμένο πατέρα του. Είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε όλους σχεδόν τους ποικιλώνυμους ήρωες. Με μια αλυσίδα συνειρμών ξαναζωντανεύει όλο το παρελθόν του. Επιστολές, συναντήσεις με παλιούς και νέους φίλους, ένας παλιός έρωτας, διαφωτιστικές συναντήσεις με την αδελφή του Ευγενικώ (το –κω με ωμέγα, γνήσια κρητική κατάληξη – τι ωραίο όνομα κι αυτό, το σημαίνον και το σημαινόμενο μαζί, όπως λένε οι ειδικοί). Στο τέλος, τι γίνεται; Μα δεν προαναγγέλλουν σχεδόν ποτέ το τέλος ενός μυθιστορήματος…..
β) Η Δοξανιά Κομητά (Δοξανιά από το Ευδοξία)
Η γυναίκα του εξαφανισμένου και μάνα του μετανάστη. Χαρακτηριστικός τύπος παλιάς Κρητικιάς, το αρχέτυπό της, θα ΄λεγε κάποιος. Ίσως η μάνα μας ή η γιαγιά μας ή η μακρινή σήμερα γειτόνισσά μας. Μεγάλες σεπτές μορφές που σήμερα δεν υπάρχουν. Γενναιόδωρη, απλή, απλοϊκή και θεοσεβούμενη. Αδυνατεί να πιστέψει πως ο άνδρας της χάθηκε ανεπιστρεπτί. Πενθηφορούσα τον περιμένει πάντα καρτερικά φτιάχνοντας χάρτινες βάρκες και προσμένοντας το μεγάλο συναπάντημα για το στερνό ταξίδι μαζί του.
γ) Δυο κυρίαρχα πρόσωπα - ένα ζευγάρι παράξενο και αινιγματικό.
Ο εξαφανισμένος πατέρας Ρούσος Κομητάς και μια κυνηγημένη Εβραιοπούλα, η Εσθήρ. Έτσι, μόνο Εσθήρ. Χωρίς επώνυμο. Δε χρειάζεται. Δυο πρόσωπα που ποτέ δεν εμφανίζονται και όμως είναι πανταχού παρόντα συνεχώς. Όλα συγκλίνουν προς αυτά. Όμως αυτά σωπαίνουν, σαν τη θάλασσα του τίτλου και ταυτόχρονα μιλάνε συνεχώς. Μια οξύμωρη «εύγλωττη σιωπή». Ένας πενηντάρης, φιλήσυχος, απλός νοικοκύρης, ανθρωπάκι, θα΄λεγα, κρύβει από τους Ναζί στο δίπατο αρχοντόσπιτό του στην ερημιά μια Εβραιοπούλα 20 με 30 χρόνια νεότερή του. Για το αλλόκοτο αυτό ζευγάρι πλανιόταν η φήμη πως η κοπέλα είχε ξεμυαλίσει τον προστάτη της. Απλή φήμη όμως. Μια από τις πολλές που τριγυρνούν μετέωρες σε όλο το μυθιστόρημα. Τι απέγιναν οι δυο τους; Δραπέτευσαν μαζί; Κρύφτηκαν ή κρύβονται ακόμη κάπου; Ήσαν μέσα στο πλοίο που βυθίστηκε σχεδόν αύτανδρο; Ο συγγραφέας αφήνει σχεδόν όλα τα ερωτήματα αναπάντητα, ανοιχτά. Η σιωπή του αυτή – ή καλύτερα η αμφισημία – είναι το βαρύ πυροβολικό του έργου, το τεράστιο φορτίο του, νομίζω. Είναι γεγονός όμως πως ο εξαφανισμένος λαϊκός άνθρωπος, ο νοικοκύρης Ρούσος Κομητάς, μέσα από την απουσία του ανυψώνεται ξαφνικά με ένα τεράστιο ηθικό άλμα σε σύμβολο πατριωτισμού και ανθρωπιάς.
δ) Η αιώνια πάλη
Και όπως πάντα, ενυπάρχει, δεν μπορεί να λείψει από ένα τέτοιο έργο, η αιώνια πάλη του αρσενικού με το θηλυκό, ζωτικό σημάδι και συνέχεια της ζωής. Σε όλο το έργο υποβόσκει, όπως και στη ζωή άλλωστε, ένας λανθάνων ερωτισμός που αναπάντεχα – και μοιραία – συνοδοιπορεί με την αγάπη και το καθήκον. Ένας άδολος και πλατωνικός έρωτας του μικρού Κομητά (του κατοπινού μετανάστη) με μια συνομήλική του, «σκοτεινό αντικείμενο του πόθου» για τους άνδρες, ένα αγοροκόριτσο με το υπέροχο όνομα Ραδαμνή, (από το ουσιαστικό το ροδάμνι, δηλαδή ο βλαστός). Αξεπέραστος νονός ο Ψιλάκης και εδώ. Υποβλητικό όνομα με πολλές συνδηλώσεις: ρόδο, ροδαρά, ροδαυγή, ροδόσταμο, ροδοζάχαρη, αροδαμός. Δεν ξέρω αν η κατάληξη –μνή, παραπέμπει στο ρήμα μένω, οπότε η Ροδαμνή είναι το ρόδο που μένει άθικτο, ακέραιο, ολόδροσο ή αν η ίδια κατάληξη αντηχεί και οδηγεί σε δεύτερο συνθετικό σεμνή. Όλα παίζουν επίτηδες. Υπέροχες αντηχήσεις, συνηχήσεις και υποδηλώσεις.
Παντοτινός ο βαθύς πόθος ανάμεσα στους δυο τους που σιγοκαίει και εξακτινώνεται. Διασταύρωση στιγμών και βλεμμάτων που γλυκαίνουν την πικραμένη ατμόσφαιρα. Όμως η Κατοχή τα αναποδογυρίζει. Το κορίτσι λένε πως είχε σχέσεις, πάρε δώσε με του Γερμανούς. Και μετά την απελευθέρωση ακολουθεί την κοινή μοίρα τέτοιων γυναικών. Κάποιοι όψιμοι πατριώτες τη διαπομπεύουν ρεζιλεύοντάς την. Όμως…. Η συνέχεια στο μυθιστόρημα.
ΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ
Τα μηνύματα στο έργο εκπέμπονται πολλαπλά. Πρώτα πρώτα είναι ένα μυθιστόρημα παλικαριάς και δράσης, οδύνης και υπόκωφου έρωτα, αγάπης της ζωής και υπόρρητης μελέτης του θανάτου. Έχει όμως και άλλες πολλές προεκτάσεις και άλλες πολλές στοχεύσεις. Από αυτές θα επισημανθούν τρεις:
Η πρώτη: Το πανανθρώπινο μήνυμα αγάπης και συναδέλφωσης. Ο πόλεμος ασφαλώς και είναι, κατά τον συγγραφέα, ολέθριος και καταστροφικός. Για όλους, νικητές και ηττημένους. «Φίλους κι εχθρούς ο θάνατος σ΄ένα τραπέζι σμίγει», για να θυμηθούμε τον Γρυπάρη. Δεν υπάρχουν, κατά τον Ψιλάκη, «παιδιά ενός κατώτερου Θεού». Όλοι χάνονται και όλοι σώζονται μαζί. Γράφει στη σελίδα 76 για τους νεκρούς του πλοίου ΤάναΪς: «Ο θεός να τους αναπαύσει, Έλληνες, Ιταλούς, Εβραίους, όλους». Ανεξάρτητα από φυλή, φύλο, εθνικότητα, θρησκεία. Και αλλού στη σελίδα 476 αναφέρει «Όλοι οι διωγμοί είναι ένας!»
Η δεύτερη επισήμανση. Τον συγγραφέα προβληματίζουν δύσκολα ηθικά διλήμματα. Προσέξτε την άποψή του για τη συλλογική ευθύνη και για τη θανατική ποινή, με αφορμή τη θανατική καταδίκη του Γερμανού διοικητή της Κρήτης Μπρούνο Μπρόγιερ του «αποπνέοντος οσμήν κρητικού αίματος». Στις σελίδες 478-479.
«Στον διοικητή της Κρήτης Μπρούνο Μπρόγιερ που εκτελέστηκε, χρέωσαν 711 θανάτους. Οι εξακόσιοι περίπου νεκροί του Τάναϊς δε χρεώθηκαν σε κανένα. Αν ήμουν δικαστής, θα διάλεγα χειρότερη τιμωρία. Θα έκλεινα (τους μελλοθάνατους) σ΄ ένα κελί και θα έφερνα κάθε μέρα κι από ένα ορφανό, κι από μια χήρα να διηγούνται τα πάθη τους. Θα έφερνα και κάποιο (αυτόπτη μάρτυρα) να μη σταματά να ανιστορεί τι είδανε τα μάτια του και τι άκουσαν τα αυτιά του μια θλιμμένη νυχτιά του Ιούνη. Αλλά τώρα προτίμησαν τις παλιές ποινές. Ρίχνεις μια ντουφεκιά κι απαλλάσσεις τον άλλο από τις τύψεις, ίσως να φορτώνεσαι τύψεις κι εσύ.»
Η τρίτη επισήμανση: ο συγκρητισμός. Θα σταθώ λίγο περισσότερο σ΄αυτήν την «κρητική» λέξη. Το μήνυμα αφορά κυρίως τον κρητικό αναγνώστη, αν και η λέξη είναι διεθνής όρος. Από την αρχαιότητα ήδη οι ενενήντα κρητικές πόλεις που αναφέρει ο Όμηρος, βρίσκονταν σε συνεχείς φιλονικίες και προστριβές μεταξύ τους. Μπροστά όμως στον κοινό εξωτερικό κίνδυνο ενώνονταν και αναγκαστικά ομονοούσαν, όσο διαρκούσε το πρόβλημα. Έτσι προέκυψε ο διεθνής όρος συγκρητισμός, αν και, κατά τον Πλούταρχο, τον επινόησαν οι ίδιοι οι Κρητικοί. Σημαίνει «ανάμειξη στοιχείων διαφορετικής προέλευσης».
Νομίζω πως και σήμερα οι διαμάχες εξακολουθούν να αναφύονται στους Κρητικούς με τη μορφή του έντονου τοπικισμού· ας επισημανθεί, εντελώς πρόχειρα, η υφέρπουσα διαμάχη ανάμεσα στους Ηρακλειώτες και στους Χανιώτες. Αλλά και λίγο παλιότερα οι μισοί νομοί της Κρήτης ήταν αντικείμενο υποτίμησης και έντονου χλευασμού από μερίδα κατοίκων των άλλων μισών. Υποτίθεται πως έτσι αυτοί εξυψώνονταν υποτιμώντας τους άλλους με χαιρέκακους χαρακτηρισμούς, μοχθηρούς, γεμάτους φαρμάκι. Ήταν εκφράσεις «αναμφισβήτητα θανάσιμες», όπως αναφέρει ο Μενέλαος Παρλαμάς. Ενδεικτικά αναφέρεται ένα τετράστιχο:
Οι Χανιώτες για τα άρματα,
οι Ρεθεμνιώτες για τα γράμματα,
οι Καστρινοί (Ηρακλειώτες) για το ποτήρι (άρα μπεκρήδες)
και οι Λασιθιώτες…
αποφεύγω να συμπληρώσω τον στίχο· οι περισσότεροι ίσως τον γνωρίζουν ή υποθέτουν πώς συμπληρώνεται από την ομοιοκαταληξία με τη λέξη ποτήρι του τρίτου στίχου. Ο Ψιλάκης όμως, καθολικός Κρητικός, ανήκει στους συν-Κρήτες. Δεν ανέχεται τη διάσπαση και συγκερνά τις διαφορές. Προσέξτε πώς συνενώνει τις δυο αντιμαχόμενες πόλεις Ηράκλειο και Χανιά. (Να τονιστεί όμως πως η αντιπαράθεση αφορά σήμερα ελάχιστους θερμοκέφαλους στις δύο περιοχές, χουλιγκάνους θα τους έλεγα). Στις σελίδες 74-75:
«Έτσι γνώρισα τις δυο μεγάλες πολιτείες του τόπου μου (Ηράκλειο και Χανιά). Και τις αγάπησα τόσο στο μυαλό μου που τις έκαμα μία…. Περνούσα καλά μαζί τους. Και οι δυο πολιτείες είχαν λιμάνι και οι δυο φορούσαν τις πέτρινες πανοπλίες τους, κάτι θεόρατα βενετσιάνικα τείχη που μου θύμιζαν τα κάστρα των παιδικών παραμυθιών, μα γιγαντωμένα, για να χωρούν όλα τα σπίτια και όλα τα βάσανα….»
Επισημαίνω τέλος μικρές χαρακτηριστικές φράσεις από το έργο, στοχαστικά αποστάγματα, που είναι, νομίζω, αξεπέραστες:
- Ανάθεμά τον όπου φρονιμέψει από ανάγκη! (σελ. 142)
- Τι τα θες, μωρέ κουζούλακα, τα λεφτά; Μια τρυπημένη δεκάρα σού χρειάζεται, μόνο και μόνο για να τη δώσεις στο βαρκάρη του Χάρου! (σελίδα 139)
Πώς λεγόταν στα χωριά μας το μικρό νόμισμα, ο οβολός που έβαζαν παλιότερα στο στόμα του νεκρού, για να πληρώσει το βαρκάρη στον Κάτω Κόσμο; Ονομαζόταν από το λαό μας το περατίκι (από το ρήμα περνώ, ήταν εισιτήριο από τον έναν κόσμο στον άλλο). Ειδωλολατρικό κατάλοιπο. Αναμφίβολα εδώ μιλά ολοφάνερα ο λαογράφος Ψιλάκης και η μεγάλη αγάπη του, η Λαογραφία.
ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας «πολυφωνικό». Και πράγματι με την πολυμορφική ροή του από κάθε σχεδόν σελίδα ξεπετάγονται ποικίλες φωνές από πρωταγωνιστές ή κομπάρσους που μας καλούν – και μας προσκαλούν - να τις αποκρυπτογραφήσουμε. Γι’ αυτό και δεν επιδέχεται γρήγορη, επιπόλαιη και επιφανειακή ανάγνωση, έτσι απλώς για να σκοτώσομε την ώρα μας. Προσφέρεται όμως για ψυχαγωγία υψηλού επιπέδου και για προβληματισμό. Απαιτείται προσεκτική μελέτη και αυτοσυγκέντρωση παρά τη λαγαρότητα του λόγου, τα θαλερά ελληνικά του και τη λυρική διάθλαση των γεγονότων. Ρίχνεις μια πέτρα στο νερό (:στην ανάγνωση του βιβλίου) και οι ομόκεντροι κύκλοι που σχηματίζονται (:οι νοηματικοί κύκλοι) σιγά σιγά πλαταίνουν. Δεν πρέπει όμως να χαθούν στην απεραντοσύνη του νερού (:στη μεγάλη έκταση, στον προβληματισμό, στον στοχασμό….), καθώς ο συγγραφέας μεταχειρίζεται την τεχνική της φωτοσκίασης επιδέξια και με μεγάλη σχεδιαστική δεινότητα. Επίτηδες τα αφήνει όλα ρευστά, ευμετάβλητα, με αναλαμπές. Παντού φως και σκιά. Υπερισχύει ο υπαινιγμός. Μέχρι το τέλος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: ο μουγγός, ο Βαρδής, σημαίνον πρόσωπο του έργου, φίλος και συνεργάτης του Ρούσου Κομητά, που δεν ήταν καθόλου μουγγός ούτε και λεγόταν Βαρδής. Αυτό αποκαλυπτικά φανερώνεται – και αιφνιδιάζει – μόλις στο τέλος του έργου. Μοιάζει με ένα σημερινό φωτο-φίνις στο τέρμα ενός σημαντικού και αμφιρρέποντος αγώνα ταχύτητας και αντοχής ταυτόχρονα.
Πάντα μου ασκούσε μια μυστική γοητεία ένα έξοχο ποίημα του Καβάφη, ο Καισαρίων. Ο μεγάλος Αλεξανδρινός, «εν μέρει για να εξακριβώσει μια εποχή», έτσι γράφει στο ποίημα, διαβάζει τη νύχτα στην Αλεξάνδρεια, από βιβλίο φυσικά, επιγραφές των Πτολεμαίων της Αιγύπτου. Κάποια στιγμή φτάνει στον Βασιλέα των Βασιλέων, στον Καισαρίωνα. Για να τον πλάσει όπως θέλει, αφήνει επίτηδες τη λάμπα να σβήνει σιγά στο δωμάτιό του και φαντάζεται πως αχνοφαίνεται μέσα στο μισοσκόταδο ο Καισαρίων με την αόριστη γοητεία του «ιδεώδης εν τη λύπη του…..»
Όμοια σε μια στιγμή ώσμωσης με τον Μεγάλο Αλεξανδρινό, φαντάζομαι τον Νίκο Ψιλάκη νύχτες και νύχτες σε μια δίνη σκέψης με σωρευμένη μνήμη «εν μέρει για να εξακριβώσει μια εποχή» (κι αυτός σαν τον Καβάφη) να προσπαθεί, ίσως χαμηλώνοντας τα φώτα, να δώσει σάρκα και οστά στους ήρωές του, όντας συγχρόνως κοντινός και μακρινός συνταξιδιώτης τους, εκεί στον Λόφο της Σεμέλης, στο ερημητήριό του. Να τους πλάθει κάπως πιο ελεύθερα στον νου του: τον Ρούσο το Κομητά τον πατέρα, τη Δοξανιά τη μητέρα, τον γιο τον μετανάστη (χωρίς μικρό όνομα), την αγαπημένη του αδελφή Ευγενικώ, τον Βαρδή τον μουγγό, την ξελογιάστρα την Εσθήρ, την πάλλευκη τη Ροδαμνή, όχι πια ατιμωτικά κουρεμένη μα εξαγνισμένη με το φωτοστέφανο της αγάπης, τον Έντζο τον Ιταλό, έτοιμο να προσφέρει στην αγαπημένη του Συλβάνα ένα ζευγάρι ξυλοπάπουτσα, τους Κρητικούς αγωνιστές, τους ξεκληρισμένους Εβραίους…
Όσο για την έξοχη μορφή του εξωφύλλου, η Κρητικοπούλα που εικονίζεται με τα θλιμμένα στοχαστικά μάτια, είναι πραγματικό πρόσωπο από φωτογραφία της δεκαετίας του 1930. Ο συγγραφέας κατάφερε με εργώδεις και πείσμονες προσπάθειες να την αναπλάσει παλεύοντας πάνω στους ιριδίζοντες κυματισμούς και στις αναλαμπές μιας θάλασσας που μοιάζει να κοιμάται· παλλόμενη όμως. Μιας θάλασσας που λες και επείγεται να καταπιεί τη γυναικεία μορφή, όπως τους μαρτυρικούς ναυαγούς του Τάναϊς.
Τελειώνοντας, Νίκο Ψιλάκη, σε ευχαριστούμε. Μας έκανες συνταξιδιώτες σου δονώντας και αρδεύοντας κεκοιμημένες μνήμες με τους κρητικούς ψιθύρους σου μέσα από το μυστηριακό φακό σου. Είναι σαν να ζήσαμε όχι μόνο τις ανεμόδαρτες στιγμές οδύνης του μοιραίου πλοίου Τάναϊς και του νησιού μας αλλά και σαν, σεργιανίζοντας, κοινωνοί των μεγάλων μυστικών της Κρήτης, να απολαμβάνουμε ένα παλιό αγαπημένο κρητικό τραγούδι!
more...





