1. Home
  2. News
  3. Φωτεινή Στεφανίδη: «Αρχιχρονιά, με τα σχολεία και τον τρυγητό...

Φωτεινή Στεφανίδη: «Αρχιχρονιά, με τα σχολεία και τον τρυγητό...

Φωτεινή Στεφανίδη: «Αρχιχρονιά, με τα σχολεία και τον τρυγητό...
Φωτεινή Στεφανίδη: «Αρχιχρονιά, με τα σχολεία και τον τρυγητό του Σεπτέμβρη»

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
«Μένω εδώ πέρα μονάχος όχι για να χαρώ τις τελευταίες γλυκές μέρες του φθινοπώρου ούτε για ν' ακούσω το βαθύ γαλάζιο ν' αποσύρεται πίσω απ' τους λόφους [...]
Ζητώ να ξαναζήσω το καλοκαίρι που έφυγε, που μου έφυγε
μές απ' τα δάχτυλά μου σα ζεσταμένη, ασήμαντη άμμος,
σα θαλασσινό νερό που σου βρέχει και σου χτενίζει ένα ένα τα ματόκλαδα
και συ καθόλου δε το νιώθεις, γιατί είσαι ακέριος μέσα στο νερό
κολυμπώντας...»
Γιάννης Ρίτσος

«Ένα παιδί προχωράει στο δρόμο, στους ώμους του, γεμάτη μικρά
ανεκπλήρωτα, βαραίνει η σχολική του τσάντα…»
Τάσος Λειβαδίτης

-Καλό μήνα Φωτεινούλα, πως τον υποδεχόμαστε τον Σεπτέμβρη μας;

Με τον πρώτο και τον τελευταίο στίχο της Αρλέτας:
«Θυμάμαι ένα άσπρο μεσημέρι κάποιο ωραίο καλοκαίρι (…) κύλησες όνειρο της άμμου μέσα απ’ τα δάχτυλά μου». Και περιμένω. Μη ρωτάς τι. Κάτι, κάτι σωστό να γίνει μια φορά. Κάτι σαν θαύμα. Να μην απογοητευτεί ο ίδιος ο μήνας που έρχεται τόσο τρυφερά κάθε χρόνο. Με τις μύριες γιορτές των κοριτσιών την πρώτη του μέρα, των κοριτσιών που φέρουν τα ονόματα της αρχαίας μας πατρίδας· Αθηνά, Άρτεμη, Αφροδίτη, όλα τα ονόματα των Μουσών, των Νυμφών γης και θάλασσας. Μαζί, έρχονται και οι δάσκαλοι στα σχολειά, ας είναι πιο μαλακή η χρονιά, με λιγότερο το φόβο και το ψέμα.

-Αρχή της Ινδίκτου όπως σημείωνε ο αείμνηστος Διονύσης Σιμόπουλος...

Από τις αρχές, του 4ου αιώνα μ.Χ. ο Σεπτέμβριος καθιερώθηκε ως η αρχή του εκκλησιαστικού αλλά και του πολιτικού έτους, επειδή η 1η Σεπτεμβρίου συνέπιπτε με την αρχή της ινδικτιώνος. Ακόμη και σήμερα η Ανατολική Εκκλησία εξακολουθεί να εορτάζει την 1η Σεπτεμβρίου ως «αρχή της ινδίκτου». Όπως μας πληροφορεί η Μαρίνα Δετοράκη: «Η λέξη ινδικτιών σημαίνει κατ’ αρχήν τον προσδιορισμό του ετήσιου ποσού που έπρεπε να καταβάλλουν οι Ρωμαίοι πολίτες ως φόρο. Συνεκδοχικά, πήρε τη σημασία της οικονομικής χρονιάς, και όταν οι φόροι ρυθμίζονταν με βάση μια περίοδο περισσοτέρων ετών, ινδικτιών ονομάστηκε το σύνολο αυτών των ετών… Κατέληξε έτσι να σημαίνει ένα θεσμοθετημένο κύκλο 15 ετών, συνεχώς επαναλαμβανόμενο (όπως η εβδομάδα ή ο μήνας), που χρησιμοποιήθηκε για τη χρονολόγηση πράξεων και γεγονότων… που τελικά παγιώθηκε ως το δημοφιλέστερο σύστημα χρονολόγησης για τους Βυζαντινούς, και η 1η Σεπτεμβρίου ως η αρχή του έτους τους». Γι’ αυτό, άλλωστε, σε ορισμένες περιοχές της χώρας μας η 31η Αυγούστου ονομάζεται «κλειδοχρονιά» επειδή «κλειδώνει» (τελειώνει) ο προηγούμενος χρόνος, ενώ η 1η Σεπτεμβρίου ονομάζεται «αρχιχρονιά».

-Με γεμάτο εορτολόγιο…

Και τι μέρες ιερές έχει επάνω του: Γενέσιο της Παναγιάς στις 8, του Σταυρού με τον αγιασμό, τον βασιλικό και το προζύμι στις 14, μαζί και τον τρύγο στην Αττική, τη φθινοπωρινή ισημερία στις 21, μαζί της και την επίσημη είσοδο του φθινοπώρου, τη γιορτή της μάνας στις 20 «φέτος δε θα σου πω χρόνια πολλά…» (Χρήστος Μπουλώτης). Και κλείνει στις 30 μέρες, σύντομος, απαλός, χωρίς εξάρσεις.

-Εχει τη γαλήνη του, την ηρεμία μετά την καλοκαιρινή αντάρα, έχουμε ευκαιρίες να τον χαρούμε. Περπάτησέ τον και πες μας.

Στο πατρικό στο Ηράκλειο, δίνει ακόμη το μπλε γιασεμί και τ’ άσπρο στην ταράτσα, τριγυρνάει στη σκιερή αυλή ο κότσυφας με την κεχριμπαρένια μύτη, καμμένα τα φύλλα των κρίνων της μάνας από τους καύσωνες του Αυγούστου. Στην ταράτσα μπροστά, ρίχνει η γαζία βαριά τα φασόλια της γεμάτα σπόρο, μικρές γαζιούλες αδέσποτες στις γλάστρες και μαζί αδέσποτες αγριοσυκιές, θηρία. Καμμένα τα ρόδα επάνω στις τριανταφυλλιές, δειλά βγαίνουν μικρά τα φθινοπωρινά μπουμπούκια. Στο μυστικό αυλιδάκι, στη σιωπή ακόμη το κυκλάμινο, ο ιβίσκος ωστόσο δεν σταματά. Παντού συνεχίζει ο τζίτζικας, παντού, ευτυχώς. Τα πεύκα μας ωστόσο λιγοστεύουν, κάθε χρονιά μετρώ απουσίες. Οριστικές.

-Εκεί στα λημέρια τα θερινά, στους
αγρούς της Βοιωτίας;

Φουσκώνουν μπουμπούκια τ’ αγριοκρέμμυδα, τα κυκλάμινα έτοιμα ανάμεσα στις πληγές του μικρού βουνού, δεν συμπεριλαμβάνεται βλέπεις η έγνοια τους στην «ανάπτυξη» των «αιολικών πάρκων». Ετοιμάζονται οι κίτρινοι κρόκοι στον επίσης λαβωμένο Ελικώνα, τα ρόδια έχουν δέσει, αν κι εφέτος λιγοστά κι εδώ, τα σταφύλια λιγότερα, τα σύκα έσκασαν αφάγωτα και στάζει το μέλι τους.

-Πως θα τον ζωγράφιζες;

Αύγουστος που ενηλικιώνεται είναι ο Σεπτέμβρης, το λέει η ποιήτρια. Μεγάλωσε λοιπόν ο Αύγουστος κι έγινε Σεπτέμβρης, φόρεσε μακρύ παντελόνι, ντύθηκε μακό μπλουζάκι. Μόνο παπούτσι δεν έβαλε, ούτε σανδάλι καν. Ξυπόλυτος. Έχει δουλειές, έχει πατητήρι, δεν είναι σχολιαρόπαιδo να κρατήσει τσάντα και να φορέσει το καινούργιο αθλητικό παπούτσι, να ξύσει μολύβι, ν’ ανοίξει το αλφαβητάρι του στο Α. Όχι, όχι. Αυτός διαβάζει τα σύννεφα και είναι κάτασπρα τα σύννεφά του. Λογαριάζει πότε θα βρέξει για ν’ αφήσει να διαβεί μια εβδομάδα ηλιόλουστη κι έπειτα να τρυγήσει. Δυο μέρες μετά θα πατήσει τα σταφύλια, του Σταυρού την άλλη μέρα, με ακόμα περασμένο πίσω απ’ τ’ αφτί του το κλωναράκι του βασιλικού που πήρε από το εκκλησιδάκι της πατρίδας, όποιο εκκλησιδάκι. Και θα φανεί απ’ το σπίτι με τα φρεσκοξεραμένα σύκα στ’ ωραίο κουτί ωραία βαλμένα στη σειρά μαζί με το δαφνόφυλλο. Αυτή την εικόνα του κρατώ σφιχτά.

-Απομεσήμερο της χρονιάς;

Ναι, η ώρας της σιέστας για τους πολλούς, είναι ώρα ενός στοχαστικού περίπατου για εκείνον. Έχει τόσα να νοιαστεί και είναι και τόσο ανέμελος μαζί. Και το πιο σπουδαίο, έχει να ισοζυγίσει μέρα και νύχτα· η φθινοπωρινή ισημερία, κι αυτή δική του δουλειά.

-Τα χρώματά του; Το φως;

Πρώτα πρώτα το φως. Αλλάζει ολότελα, μαλακώνει. Και κάνει τα χρώματα λαμπρότερα, τα ξεχωρίζει ένα ένα, φεύγει η λάμψη του καλοκαιριού που τα ενώνει όλα σ’ αυτό το χρυσογάλαζο τεντωμένο πανί. Εμφανίζονται τα πρώτα κόκκινα· μήλα, ρόδια ανοιχτά και κλειστά, καμπανάρια μαύρα από σταφύλια, καρπισμένα σχοίνα. Τα πράσινα βαθαίνουν· Κυπαρίσσια σχεδόν μαύρα νοτισμένα από τα πρωτοβρόχια, πεύκα με το πράσινο σμαράγδι, ελιές βαθυπράσινες και ασημένιες. Θάλασσα που βρέχεται και λάμπει περισσότερο. Άμμος πανχρωματική από την υγρασία του νερού και του αέρα. Τα βουνά πιο μενεξεδιά, τα κοχύλια πιο λευκά. Και οι καρδιές, μαλακώνουν κι αυτές, αγαπούν αλλιώτικα, πιο βαθιά.

-Και η γη;

Διψασμένη ρουφάει τα πρωτοβρόχια του και στολίζεται έξαφνα με το κίτρινο του κρόκου και το ανείπωτο χρώμα του κυκλάμινου. Στις αυλές το γιασεμί δίνει και δίνει. Από κοντά το τρελό νυχτολούλουδο. Τα δειλινά αντέχουν ακόμα· φούξια, κίτρινα, λευκά, ανάμεικτα. Οι βουκαμβίλιες μαβιές, κόκκινες, λευκές, βιολετιές. Έξω τώρα, τα ρείκια στις πλαγιές ξαφνιάζουν πάντα με την ομορφιά τους· μην αγγίζετε, είναι πια δυσεύρετα. Και τα αρμυρίκια στο γιαλό ρόδινα και βαριά απ’ το λουλούδι. Για το τέλος, κεντίδι το αγριοκρέμμυδο που σκάει απ’ το βολβό του κι ανεβαίνει, ανεβαίνει ένα μέτρο ψηλά, ψιθυρίζοντας: Καλό φθινόπωρο...

Σημ.: Η εικόνα νερομπογιά της Φωτεινής, φτιαγμένη την τελευταία μέρα του Αυγούστου
more...
© 2026 - Livemedia. All Rights Reserved