Φωτεινή Στεφανίδη: «Φως μαλακτικό του Οκτώβρη του παχνιστή»...
Φωτεινή Στεφανίδη: «Φως μαλακτικό του Οκτώβρη του παχνιστή»
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
«Το σπίτι μύρισε κιόλας φθινόπωρο. Κι είμαστε ανέτοιμοι πάλι,
χωρίς πουλόβερ και κασκόλ. Απρόσμενα σύννεφα απ’ το πρωί σκοτεινιάζουν τους λόφους…»
Γιάννης Ρίτσος, «Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα»
«Νοτίζει το χώμα, έρχονται οι βροχές που περιμένει η γη να ξεδιψάσει από την κάψα του καλοκαιριού. Κι ανάμεσα, γλυκές μέρες, ζέστη, μαλακός ήλιος – “μαλακτικό το φως του Οκτωβρίου” (Δημουλά). Άνθη, άνθη παρηγορητικά, επίμονα, τρυφερά· κρόκοι κίτρινοι, ροδαλά κυκλάμινα, τα τελευταία ρόδα στους κήπους, γιασεμιά σε υπέροχη έξαρση –έναστροι ουρανοί είτε βραδιάζει είτε φέγγει– μαζί τους και τα τρελά νυχτολούλουδα. Αγιοδημητριάτικα χρυσάνθεμα, αγροί με πάχνη, μαβιά ρείκια, μια τελεία στο καλοκαίρι από τα σπάρτα κι άλλη μια από τη ροζ και την άσπρη πικροδάφνη. Η γαζία ετοιμάζεται για τη φθινοπωρινή ανθοφορία που θα τη βαστήξει μέχρι να της παγώσει τα χνουδωτά ανθάκια της ο χιονιάς. Το τελευταίο τζι-τζι-τζι αυτό το μήνα και μόνο στα νότια, μετέωρο το καλοκαίρι, και σαν σίγουρο το γαϊδουροκαλόκαιρο ότι δεν θα φανεί ξανά ο χειμώνας. “Αυτοκράτωρ με πορφύρα ο μην Οκτώβρης” (Εμπειρίκος) αφήνει τα αρχαία τείχη, αυτά πάνω απ' το γιαλό στο έλεος των νοτιάδων του και στρώνει πλούσιο τραπέζι απ’ του καλοκαιριού τα καλούδια που μέλωσαν στον ήλιο». Καλοδεχόμαστε τον Οκτώβρη με τη Φωτεινή άλλη μια χρονιά.
-Άνοιξέ μας παράθυρο Οκτωβριανό.
Τώρα που το καλοκαίρι αφήνει τις τελευταίες του ανάσες κι έρχεται το κρύο αεράκι του φθινοπώρου, τώρα που το φως μαλακώνει, τώρα που οι θάλασσες αρχίζουν ξανά ν’ ανταριάζουν και να βγάζουν στ’ ακρογιάλια τα χίλια μύρια ωραία δικά τους (μα και τα πόσα άσχημα καμώματα του ανθρώπου), τώρα που το χρώμα του μήνα γίνεται κατακόκκινο του ροδιού και του κόκκινου κρασιού, που τα βουνά μας θα γεμίσουν κεντητό κυκλαμινόφυλλο κι οι αυλές μας χρυσάνθεμο, ανοίγουμε διάπλατα. Δε θα μπει κρύο, όχι, μόνο η αγάπη ας έρθει απ’ αυτό το άνοιγμα, αυτή η «ευωδιά μαραμένου φύλλου είναι η ανάσα σου» (ινδιάνικο τραγούδι) και πόσο την περιμένει η καρδιά την ευωδιά αυτή.
-Καθαρό φθινόπωρο ο Οκτώβρης;
Πιο πολύ κοντά στο καλοκαίρι. Βαστά λίγα χελιδόνια, σπαράζει ο τελευταίος τζίτζικας, ανοίγει το νέο κρασί, να και το «Άι Δημητράκη μου, μικρό καλοκαιράκι μου». Προς το τέλος η επέτειος και η γαλανόλευκη ξανά, το έντονο άρωμα της γαζίας που επιμένει να κάνει Οκτώβρη μήνα τον πρώτο της ανθό, και ν’ αφήνει για τον Μάρτη και τον Απρίλη το γερό της άνθισμα. Ξεγελιέται και η πασχαλιά της Λαμπρής κι ανθίζει λίγο. Στο φουλ τα δειλινά όλων των χρωμάτων και η μοσχοβολιά τους, το νυχτολούλουδο επιμένει, το γιασεμί βγάζει και βγάζει και τελειωμό δεν έχει. Κι η θάλασσα, πώς ανθίζει… Αφημένη ήσυχη απ’ του ανθρώπου την επέλαση, λειαίνει τα καλοκαιρινά του ίχνη και δίνει, δίνει, κι ακόμη αυτόν το μήνα βαστά δυο τρία τελευταία κρινάκια της άμμου.
-Πολύδωρος μήνας
Ας κυλήσει όπως ξέρει εκείνος κι όλοι οι άλλοι μήνες της χρονιάς. Χωρίς αργοπορία, χωρίς βιασύνη. Έχει το προνόμιο να βαστά στο ένα χέρι του τον χειμώνα και στ’ άλλο το καλοκαίρι. Ν’ ανάβει τζάκι στη γωνιά και να στραφταλίζει θάλασσα ζεστή μεσημεριανή που καλεί για μπάνιο αξέχαστο. Έχει τα πρώτα κάστανα, καρύδια, κυδώνια. Βαστάει σταφύλι φαγώσιμο, βαστάει και το νέο κρασί – φρούτο ακόμη. Γυρνάει σ’ όλη την Ελλάδα και σε κάθε τόπο της κάνει διαφορετικό καιρό. Δική του η γιορτή του Άι Δημήτρη καβαλάρη –όνομα αγαπημένο που ανοίγει μαζί με το καινούργιο το κρασί και τις πολλές γιορτές του χειμώνα που έρχεται, δικό του και το τελευταίο θαλασσινό μπάνιο.
-Το τραπέζι του;
Και τι δεν έχει εδώ επάνω. Το σύκο το ξερό μαζί με το δαφνόφυλλο, ειδικά σαν έρχεται απ' το μπαλκόνι του Αιγαίου απ' τα ευλογημένα χέρια του κυρ-Αντώνη. Φρέσκο ακόμη θαρρείς και τρυφερό έχει επάνω του όλο τον ήλιο του Αυγούστου. Το νέο το κρασί απ’ του Σεπτέμβρη το σταφύλι –τ’ Άη Δημήτρη ανήμερα το ανοίγει κι ευωδιάζει φρούτο ο κόσμος και ζαλίζεται όποιος πιει με τη δεύτερη γουλιά– νέκταρ. Τ’ αμύγδαλο το λιασμένο κι αυτό στον ήλιο του Σεπτέμβρη. Το πρώτο κάστανο, το πρώτο καρύδι. Την πράσινη την ελιά την τσακιστή. Τον τραχανά τον φρεσκοαπλωμένο. Τη λιαστή την ντομάτα. Τον ξερό το δυόσμο, τον βασιλικό, τη ματζουράνα. Το φρέσκο το μήλο, το σταφύλι το τραγανό αυτό που λέμε φράουλα, αχ πατέρα, πώς σ’ άρεσε…
-Χρυσοκόκκινο το πορτρέτο του;
Κόκκινο χωρίς αμφιβολία, ρουμπίνι όπως τρέχει από το γιοματάρι στο ποτήρι – αυτό το γυάλινο ποτήρι με τα κεντίδια, που έπινε μέσα ο παππούς μας, κι εκεί μέσα το κρασί έχει άλλη γεύση. Κόκκινο, κατακόκκινο σαν τους καρπούς του σχοίνου και σαν τα κούμαρα, σαν τον κράταιγο και τις κυνοροδιές που κοκκινίζουν τον τόπο. Κόκκινο, αιμάτινο σαν τα ρόδια, μέσα κι έξω – ολόδικός του του Οκτώβρη αυτός ο καρπός. Κι ακόμα χρυσό, σαν το φθινόπωρο μιας και είναι η καρδιά του· σαν του κάστανου τ’ αγκάθια, σαν του καρυδιού τη φλούδα. Μα και γαλανό, αυτό το γαλανό που δίνει στη θάλασσα το μαλακτικό το φως. Κι εκείνο της σημαίας μας που ξετυλίγεται στο τέλος, γενναίο χαλί για ηρωικά αθώα παιδιά, για κανέναν άλλον. Πώς ταιριάζουν και τα τρία χρώματα μαζί.
-Οι γιορτές του οι ξεχωριστές;
Συγκεντρωμένες δυο μεγάλες μέρες εκεί στο τέλος. Τ’ Άη Δημήτρη του Μυροβλήτη στις 26, και η 28η. Στη μια ανοίγουμε το νέο κρασί και αγκαλιάζουμε με χρυσάνθεμα ένα παλικάρι σε κόκκινο άλογο, στην άλλη υψώνεται η σημαία και ο κόσμος πασχίζει να βαστήξει την πατρίδα ελεύθερη, ακόμη πασχίζει.
Στην εικόνα, τρία νησάκια του καλοκαιριού απογειώνονται στο μαλακτικό φως του Οκτωβρίου, νερομπογιά φτιαγμένη τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη
more...
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
«Το σπίτι μύρισε κιόλας φθινόπωρο. Κι είμαστε ανέτοιμοι πάλι,
χωρίς πουλόβερ και κασκόλ. Απρόσμενα σύννεφα απ’ το πρωί σκοτεινιάζουν τους λόφους…»
Γιάννης Ρίτσος, «Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα»
«Νοτίζει το χώμα, έρχονται οι βροχές που περιμένει η γη να ξεδιψάσει από την κάψα του καλοκαιριού. Κι ανάμεσα, γλυκές μέρες, ζέστη, μαλακός ήλιος – “μαλακτικό το φως του Οκτωβρίου” (Δημουλά). Άνθη, άνθη παρηγορητικά, επίμονα, τρυφερά· κρόκοι κίτρινοι, ροδαλά κυκλάμινα, τα τελευταία ρόδα στους κήπους, γιασεμιά σε υπέροχη έξαρση –έναστροι ουρανοί είτε βραδιάζει είτε φέγγει– μαζί τους και τα τρελά νυχτολούλουδα. Αγιοδημητριάτικα χρυσάνθεμα, αγροί με πάχνη, μαβιά ρείκια, μια τελεία στο καλοκαίρι από τα σπάρτα κι άλλη μια από τη ροζ και την άσπρη πικροδάφνη. Η γαζία ετοιμάζεται για τη φθινοπωρινή ανθοφορία που θα τη βαστήξει μέχρι να της παγώσει τα χνουδωτά ανθάκια της ο χιονιάς. Το τελευταίο τζι-τζι-τζι αυτό το μήνα και μόνο στα νότια, μετέωρο το καλοκαίρι, και σαν σίγουρο το γαϊδουροκαλόκαιρο ότι δεν θα φανεί ξανά ο χειμώνας. “Αυτοκράτωρ με πορφύρα ο μην Οκτώβρης” (Εμπειρίκος) αφήνει τα αρχαία τείχη, αυτά πάνω απ' το γιαλό στο έλεος των νοτιάδων του και στρώνει πλούσιο τραπέζι απ’ του καλοκαιριού τα καλούδια που μέλωσαν στον ήλιο». Καλοδεχόμαστε τον Οκτώβρη με τη Φωτεινή άλλη μια χρονιά.
-Άνοιξέ μας παράθυρο Οκτωβριανό.
Τώρα που το καλοκαίρι αφήνει τις τελευταίες του ανάσες κι έρχεται το κρύο αεράκι του φθινοπώρου, τώρα που το φως μαλακώνει, τώρα που οι θάλασσες αρχίζουν ξανά ν’ ανταριάζουν και να βγάζουν στ’ ακρογιάλια τα χίλια μύρια ωραία δικά τους (μα και τα πόσα άσχημα καμώματα του ανθρώπου), τώρα που το χρώμα του μήνα γίνεται κατακόκκινο του ροδιού και του κόκκινου κρασιού, που τα βουνά μας θα γεμίσουν κεντητό κυκλαμινόφυλλο κι οι αυλές μας χρυσάνθεμο, ανοίγουμε διάπλατα. Δε θα μπει κρύο, όχι, μόνο η αγάπη ας έρθει απ’ αυτό το άνοιγμα, αυτή η «ευωδιά μαραμένου φύλλου είναι η ανάσα σου» (ινδιάνικο τραγούδι) και πόσο την περιμένει η καρδιά την ευωδιά αυτή.
-Καθαρό φθινόπωρο ο Οκτώβρης;
Πιο πολύ κοντά στο καλοκαίρι. Βαστά λίγα χελιδόνια, σπαράζει ο τελευταίος τζίτζικας, ανοίγει το νέο κρασί, να και το «Άι Δημητράκη μου, μικρό καλοκαιράκι μου». Προς το τέλος η επέτειος και η γαλανόλευκη ξανά, το έντονο άρωμα της γαζίας που επιμένει να κάνει Οκτώβρη μήνα τον πρώτο της ανθό, και ν’ αφήνει για τον Μάρτη και τον Απρίλη το γερό της άνθισμα. Ξεγελιέται και η πασχαλιά της Λαμπρής κι ανθίζει λίγο. Στο φουλ τα δειλινά όλων των χρωμάτων και η μοσχοβολιά τους, το νυχτολούλουδο επιμένει, το γιασεμί βγάζει και βγάζει και τελειωμό δεν έχει. Κι η θάλασσα, πώς ανθίζει… Αφημένη ήσυχη απ’ του ανθρώπου την επέλαση, λειαίνει τα καλοκαιρινά του ίχνη και δίνει, δίνει, κι ακόμη αυτόν το μήνα βαστά δυο τρία τελευταία κρινάκια της άμμου.
-Πολύδωρος μήνας
Ας κυλήσει όπως ξέρει εκείνος κι όλοι οι άλλοι μήνες της χρονιάς. Χωρίς αργοπορία, χωρίς βιασύνη. Έχει το προνόμιο να βαστά στο ένα χέρι του τον χειμώνα και στ’ άλλο το καλοκαίρι. Ν’ ανάβει τζάκι στη γωνιά και να στραφταλίζει θάλασσα ζεστή μεσημεριανή που καλεί για μπάνιο αξέχαστο. Έχει τα πρώτα κάστανα, καρύδια, κυδώνια. Βαστάει σταφύλι φαγώσιμο, βαστάει και το νέο κρασί – φρούτο ακόμη. Γυρνάει σ’ όλη την Ελλάδα και σε κάθε τόπο της κάνει διαφορετικό καιρό. Δική του η γιορτή του Άι Δημήτρη καβαλάρη –όνομα αγαπημένο που ανοίγει μαζί με το καινούργιο το κρασί και τις πολλές γιορτές του χειμώνα που έρχεται, δικό του και το τελευταίο θαλασσινό μπάνιο.
-Το τραπέζι του;
Και τι δεν έχει εδώ επάνω. Το σύκο το ξερό μαζί με το δαφνόφυλλο, ειδικά σαν έρχεται απ' το μπαλκόνι του Αιγαίου απ' τα ευλογημένα χέρια του κυρ-Αντώνη. Φρέσκο ακόμη θαρρείς και τρυφερό έχει επάνω του όλο τον ήλιο του Αυγούστου. Το νέο το κρασί απ’ του Σεπτέμβρη το σταφύλι –τ’ Άη Δημήτρη ανήμερα το ανοίγει κι ευωδιάζει φρούτο ο κόσμος και ζαλίζεται όποιος πιει με τη δεύτερη γουλιά– νέκταρ. Τ’ αμύγδαλο το λιασμένο κι αυτό στον ήλιο του Σεπτέμβρη. Το πρώτο κάστανο, το πρώτο καρύδι. Την πράσινη την ελιά την τσακιστή. Τον τραχανά τον φρεσκοαπλωμένο. Τη λιαστή την ντομάτα. Τον ξερό το δυόσμο, τον βασιλικό, τη ματζουράνα. Το φρέσκο το μήλο, το σταφύλι το τραγανό αυτό που λέμε φράουλα, αχ πατέρα, πώς σ’ άρεσε…
-Χρυσοκόκκινο το πορτρέτο του;
Κόκκινο χωρίς αμφιβολία, ρουμπίνι όπως τρέχει από το γιοματάρι στο ποτήρι – αυτό το γυάλινο ποτήρι με τα κεντίδια, που έπινε μέσα ο παππούς μας, κι εκεί μέσα το κρασί έχει άλλη γεύση. Κόκκινο, κατακόκκινο σαν τους καρπούς του σχοίνου και σαν τα κούμαρα, σαν τον κράταιγο και τις κυνοροδιές που κοκκινίζουν τον τόπο. Κόκκινο, αιμάτινο σαν τα ρόδια, μέσα κι έξω – ολόδικός του του Οκτώβρη αυτός ο καρπός. Κι ακόμα χρυσό, σαν το φθινόπωρο μιας και είναι η καρδιά του· σαν του κάστανου τ’ αγκάθια, σαν του καρυδιού τη φλούδα. Μα και γαλανό, αυτό το γαλανό που δίνει στη θάλασσα το μαλακτικό το φως. Κι εκείνο της σημαίας μας που ξετυλίγεται στο τέλος, γενναίο χαλί για ηρωικά αθώα παιδιά, για κανέναν άλλον. Πώς ταιριάζουν και τα τρία χρώματα μαζί.
-Οι γιορτές του οι ξεχωριστές;
Συγκεντρωμένες δυο μεγάλες μέρες εκεί στο τέλος. Τ’ Άη Δημήτρη του Μυροβλήτη στις 26, και η 28η. Στη μια ανοίγουμε το νέο κρασί και αγκαλιάζουμε με χρυσάνθεμα ένα παλικάρι σε κόκκινο άλογο, στην άλλη υψώνεται η σημαία και ο κόσμος πασχίζει να βαστήξει την πατρίδα ελεύθερη, ακόμη πασχίζει.
Στην εικόνα, τρία νησάκια του καλοκαιριού απογειώνονται στο μαλακτικό φως του Οκτωβρίου, νερομπογιά φτιαγμένη τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη
more...





