Φωτεινή Στεφανίδη: «Ιούλης! φωνάζει ο τζίτζικας επάνω στην τρελή...
Φωτεινή Στεφανίδη: «Ιούλης! φωνάζει ο τζίτζικας επάνω στην τρελή ροδιά»
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
«Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταύγουστου
Πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει
Τινάζοντας απ’ τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της
Ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά
Πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων
Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;»
Οδυσσέας Ελύτης, «Προσανατολισμοί»
«Ανοίγει ένα ένα τα στέμματα-λουλούδια της, από μέσα ξεπετάγεται ο κόκκινος μανδύας και οι χρυσοί στήμονες. Τα πιο πολλά πέφτουν στη γη. Μας προκαλούν να τα μαζέψουμε, στολίδια. Τα λίγα, τα δυνατά, αρχίζουν και φουσκώνουν πάνω στο δέντρο. Μικρές σφαίρες-κορόνες που καθόλου δεν θ’ αργήσουν να γίνουν τα πουγκιά που όλοι μας λαχταράμε για τα ρουμπίνια που κρύβουν μέσα τους -σε βασιλική πάλι κατανομή- σαν έρθει το φθινόπωρο και βέβαια μέχρι την Πρωτοχρονιά, κι ακόμη αργότερα. Εκεί, στα κλαράκια της που απορείς πώς θα καταφέρουν να σηκώσουν τόσο βάρος, εκεί που δένει τα ρόδια της δυο δυο, τρία τρία στο ίδιο σημείο, εκεί κάθεται κι ο τζίτζικας που τον νομίζουμε ανέμελο εμείς. Κάθεται και ζει. Αυτός που γεννήθηκε κι ερωτεύτηκε για να ζήσει. Κι ας γέρασε, κι ας είναι της μοίρας του να γερνά αιώνια, ζει και ζει και ζει και ζει. Ο Τιθωνός της Αυγής, ο Τιθωνός της Ροδιάς». Μιλάμε με τη Φωτεινή για τον Ιούλη μήνα που βαστά στη χούφτα του τζιτζίκι και ρόδι, καλοκαίρι και χειμώνα.
-Ιούλης και μιλάμε για χειμώνα;
Ο σπόρος του χειμώνα ήδη άνοιξε και βγάζει φύτρο από το ηλιοστάσι του Ιούνη. Η μέρα ανεπαίσθητα μικραίνει. Έτσι φτιάχνει η φύση τα θαύματά της. Ιούλη ετοιμάζει τα ρόδια της Πρωτοχρονιάς, τα κυδώνια και τις ελιές, τα καρύδια και τα κάστανα του χειμώνα. Κι ο τζίτζικας που απολαμβάνουμε το δοξαστικό τραγούδι του, κάποιο βαρύ φθινόπωρο πριν χρόνια άφησε το σπόρο της αναγέννησής του. Ακούς πρώτα εκεί στο τέλος του Μάη σε μια νότια ακρογιαλιά δυο τρεις συλλαβές, κι έρχεται κατόπιν κύμα το τραγούδι του κι απλώνεται παντού, όπου υπάρχει δέντρο. Το ζούμε ξαφνικά το θαύμα, μα πόση προετοιμασία υπήρξε από τη φύση. Έτσι θα δούμε και το πρώτο κυκλάμινο -μπορεί και μες στον Αύγουστο- και μέχρι τον Οκτώβρη θα έχουν ροδίσει όλες οι πλαγιές. Ένα θαύμα, το ίδιο ακριβώς που μας κρατάει κι εμάς στη ζωή.
-Τι μας δίνει ο Ιούλης ακόμη;
Μια ξεχωριστή ανάργυρη πρωτομηνιά, γιορτές σαν τ’ Άη Λιος κι αγαπημένα γενέθλια στον αστερισμό του κάβουρα, γενέθλια ανθρώπων που νοιάζονται τον άλλον, που παρηγορούν, που πλάθουν λέξεις και ιστορίες, που θεραπεύουν. Κι ακόμη έχει δική του τη μέρα που ο Βενσάν της καρδιάς μας έφυγε γι’ αλλού χαρίζοντάς μας παντοτινά ηλιοτρόπια και ήλιους. Κι όλα αυτά μαζί με το δροσερό του το μελτέμι ο Ιούλης, το βοριαδάκι-αντίβαρο αφού έχει τα πρωτεία και στις ζέστες.
Κι ακόμη, ατέλειωτες σειρές με πικροδάφνες ανθισμένες όλων των χρωμάτων, και χρυσαφένια την αγριοβρόμη όσο φτάνει το μάτι. Τη μυρωδιά της ακονιζιάς και του σχοίνου. Ψαράκια λιπαρά στα καλάθια των ψαράδων και ωραίες νυχτιές με το μελτέμι να χαμηλώνει και να γίνονται τα ανταμώματα έξω στη δροσιά με κρύο το ώριμο καρπούζι στη λευκή πιατέλα και τα κουκούτσια στο ροδαλό ζουμί στο τέλος να σχηματίζουν ακριβές λέξεις.
-Στην πόλη;
Οι ιβίσκοι ανθισμένοι στην Αθήνα, τα τζιτζίκια μέχρι κι εκεί ακούγονται δυνατά. Μπουκαμβίλιες κατρακυλούν απ’ τα μπαλκόνια. Οι γλάστρες με τους βασιλικούς στα παράθυρα, στα μικρά μπαλκονάκια, κρεμαστές. Τα χωνάκια, αλλιώς «καλημέρες» στους φράχτες κοιτάζουν τον ήλιο. Τα γιασεμιά, και το μπλε, και το αράπικο, και το άσπρο. Το τρελό νυχτολούλουδο. Το αγιόκλημα. Και βέβαια τα θερινά τα σινεμά.
-Ο Ιούλης που θυμάσαι;
Στον Άσπρο Γυαλό, στις Κυκλάδες πριν χρόνια. Με όλη την ευτυχία που μπορεί να υπάρξει και δεν χρειάζονται λεπτομέρειες. Με το φιδάκι που έπινε το νερό έξω απ’ το ιδρωμένο μπουκάλι. Με τις ζωγραφιές αφημένες στην άσπρη άμμο να στεγνώσουν πλακωμένες με βότσαλα. Κι εκεί, τότε, στο δρόμο του γυρισμού, γιατί μόνο με τα πόδια προσέγγιζε κανείς, υπήρχε μια τρελή ροδιά με μισοδεμένα τα ρόδια και τον τζίτζικα στα κλωνιά της, μαζι κι αυτή την σιγανή μελαγχολία που πάντα παραφυλάει και στις πιο ευτυχισμένες ώρες.
Σημ.: Η φωτογραφία της τρελής ροδιάς είναι από το περιβολάκι στη Βοιωτία. Τραβήχτηκε κάτω απ’ το τραγούδι του λυρίτη, ενός άλλου ασπριδερού μεγαλόσωμου τζίτζικα που συνδέεται μυθικά με τον Απόλλωνα, και η δυσκολία στη φωτογράφηση ήταν να σταθεί ακίνητο το κόσμημα-λουλούδι έστω για δύο δευτερόλεπτα απ’ το δυνατό μελτέμι.
more...
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
«Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταύγουστου
Πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει
Τινάζοντας απ’ τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της
Ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά
Πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων
Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;»
Οδυσσέας Ελύτης, «Προσανατολισμοί»
«Ανοίγει ένα ένα τα στέμματα-λουλούδια της, από μέσα ξεπετάγεται ο κόκκινος μανδύας και οι χρυσοί στήμονες. Τα πιο πολλά πέφτουν στη γη. Μας προκαλούν να τα μαζέψουμε, στολίδια. Τα λίγα, τα δυνατά, αρχίζουν και φουσκώνουν πάνω στο δέντρο. Μικρές σφαίρες-κορόνες που καθόλου δεν θ’ αργήσουν να γίνουν τα πουγκιά που όλοι μας λαχταράμε για τα ρουμπίνια που κρύβουν μέσα τους -σε βασιλική πάλι κατανομή- σαν έρθει το φθινόπωρο και βέβαια μέχρι την Πρωτοχρονιά, κι ακόμη αργότερα. Εκεί, στα κλαράκια της που απορείς πώς θα καταφέρουν να σηκώσουν τόσο βάρος, εκεί που δένει τα ρόδια της δυο δυο, τρία τρία στο ίδιο σημείο, εκεί κάθεται κι ο τζίτζικας που τον νομίζουμε ανέμελο εμείς. Κάθεται και ζει. Αυτός που γεννήθηκε κι ερωτεύτηκε για να ζήσει. Κι ας γέρασε, κι ας είναι της μοίρας του να γερνά αιώνια, ζει και ζει και ζει και ζει. Ο Τιθωνός της Αυγής, ο Τιθωνός της Ροδιάς». Μιλάμε με τη Φωτεινή για τον Ιούλη μήνα που βαστά στη χούφτα του τζιτζίκι και ρόδι, καλοκαίρι και χειμώνα.
-Ιούλης και μιλάμε για χειμώνα;
Ο σπόρος του χειμώνα ήδη άνοιξε και βγάζει φύτρο από το ηλιοστάσι του Ιούνη. Η μέρα ανεπαίσθητα μικραίνει. Έτσι φτιάχνει η φύση τα θαύματά της. Ιούλη ετοιμάζει τα ρόδια της Πρωτοχρονιάς, τα κυδώνια και τις ελιές, τα καρύδια και τα κάστανα του χειμώνα. Κι ο τζίτζικας που απολαμβάνουμε το δοξαστικό τραγούδι του, κάποιο βαρύ φθινόπωρο πριν χρόνια άφησε το σπόρο της αναγέννησής του. Ακούς πρώτα εκεί στο τέλος του Μάη σε μια νότια ακρογιαλιά δυο τρεις συλλαβές, κι έρχεται κατόπιν κύμα το τραγούδι του κι απλώνεται παντού, όπου υπάρχει δέντρο. Το ζούμε ξαφνικά το θαύμα, μα πόση προετοιμασία υπήρξε από τη φύση. Έτσι θα δούμε και το πρώτο κυκλάμινο -μπορεί και μες στον Αύγουστο- και μέχρι τον Οκτώβρη θα έχουν ροδίσει όλες οι πλαγιές. Ένα θαύμα, το ίδιο ακριβώς που μας κρατάει κι εμάς στη ζωή.
-Τι μας δίνει ο Ιούλης ακόμη;
Μια ξεχωριστή ανάργυρη πρωτομηνιά, γιορτές σαν τ’ Άη Λιος κι αγαπημένα γενέθλια στον αστερισμό του κάβουρα, γενέθλια ανθρώπων που νοιάζονται τον άλλον, που παρηγορούν, που πλάθουν λέξεις και ιστορίες, που θεραπεύουν. Κι ακόμη έχει δική του τη μέρα που ο Βενσάν της καρδιάς μας έφυγε γι’ αλλού χαρίζοντάς μας παντοτινά ηλιοτρόπια και ήλιους. Κι όλα αυτά μαζί με το δροσερό του το μελτέμι ο Ιούλης, το βοριαδάκι-αντίβαρο αφού έχει τα πρωτεία και στις ζέστες.
Κι ακόμη, ατέλειωτες σειρές με πικροδάφνες ανθισμένες όλων των χρωμάτων, και χρυσαφένια την αγριοβρόμη όσο φτάνει το μάτι. Τη μυρωδιά της ακονιζιάς και του σχοίνου. Ψαράκια λιπαρά στα καλάθια των ψαράδων και ωραίες νυχτιές με το μελτέμι να χαμηλώνει και να γίνονται τα ανταμώματα έξω στη δροσιά με κρύο το ώριμο καρπούζι στη λευκή πιατέλα και τα κουκούτσια στο ροδαλό ζουμί στο τέλος να σχηματίζουν ακριβές λέξεις.
-Στην πόλη;
Οι ιβίσκοι ανθισμένοι στην Αθήνα, τα τζιτζίκια μέχρι κι εκεί ακούγονται δυνατά. Μπουκαμβίλιες κατρακυλούν απ’ τα μπαλκόνια. Οι γλάστρες με τους βασιλικούς στα παράθυρα, στα μικρά μπαλκονάκια, κρεμαστές. Τα χωνάκια, αλλιώς «καλημέρες» στους φράχτες κοιτάζουν τον ήλιο. Τα γιασεμιά, και το μπλε, και το αράπικο, και το άσπρο. Το τρελό νυχτολούλουδο. Το αγιόκλημα. Και βέβαια τα θερινά τα σινεμά.
-Ο Ιούλης που θυμάσαι;
Στον Άσπρο Γυαλό, στις Κυκλάδες πριν χρόνια. Με όλη την ευτυχία που μπορεί να υπάρξει και δεν χρειάζονται λεπτομέρειες. Με το φιδάκι που έπινε το νερό έξω απ’ το ιδρωμένο μπουκάλι. Με τις ζωγραφιές αφημένες στην άσπρη άμμο να στεγνώσουν πλακωμένες με βότσαλα. Κι εκεί, τότε, στο δρόμο του γυρισμού, γιατί μόνο με τα πόδια προσέγγιζε κανείς, υπήρχε μια τρελή ροδιά με μισοδεμένα τα ρόδια και τον τζίτζικα στα κλωνιά της, μαζι κι αυτή την σιγανή μελαγχολία που πάντα παραφυλάει και στις πιο ευτυχισμένες ώρες.
Σημ.: Η φωτογραφία της τρελής ροδιάς είναι από το περιβολάκι στη Βοιωτία. Τραβήχτηκε κάτω απ’ το τραγούδι του λυρίτη, ενός άλλου ασπριδερού μεγαλόσωμου τζίτζικα που συνδέεται μυθικά με τον Απόλλωνα, και η δυσκολία στη φωτογράφηση ήταν να σταθεί ακίνητο το κόσμημα-λουλούδι έστω για δύο δευτερόλεπτα απ’ το δυνατό μελτέμι.
more...





