1. Home
  2. News
  3. Φωτεινή Στεφανίδη: «Κήποι μυστικοί του Σεπτέμβρη» Του ΓΙΩΡΓΟΥ...

Φωτεινή Στεφανίδη: «Κήποι μυστικοί του Σεπτέμβρη» Του ΓΙΩΡΓΟΥ...

Φωτεινή Στεφανίδη: «Κήποι μυστικοί του Σεπτέμβρη»    Του ΓΙΩΡΓΟΥ...
Φωτεινή Στεφανίδη: «Κήποι μυστικοί του Σεπτέμβρη»

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Ένα παιδί προχωράει στο δρόμο, στους ώμους του, γεμάτη μικρά ανεκπλήρωτα, βαραίνει η σχολική του τσάντα
Κάθομαι πίσω απ’ το τζάμι και κοιτάω τη βροχή να παρασέρνει
τους έρωτες του καλοκαιριού»
Τάσος Λειβαδίτης, από Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου

«Έτρεχε κι εφέτος σαν τρελός ο Αύγουστος στη Θράκη, στην Αττική, στη Βοιωτία. Έτρεχε να προλάβει να παρηγορήσει ανθρώπους με άσπρα μαλλιά που κρατούσαν το κεφάλι με τα δυο τους χέρια καθώς έχασαν το ακριβό το λιγοστό μέλλον της ζωής που απόμεινε. Έτρεχε πάνω από τα σκυλάκια τα κρυμμένα στα καμένα αυτοκίνητα, τις κατσικούλες καψαλισμένες στις μισοκαμμένεςμάντρες, στους ξεχασμένους νερόμυλους. Έτρεχε να χαϊδέψει το μέτωπο της λιπόθυμης αλεπούς, της λαβωμένης χελώνας, του μικρούλη σκαντζόχοιρου, της νυφίτσας που όλο κλαίει, της φοβισμένης κουκουβάγιας. Πάλευε να αναστήσει τα σφιχταγκαλιασμένα κοπάδια που χάθηκαν για πάντα. Κι έχει ακόμα κι άλλες δουλειές. Να σηκώσει στα χέρια του τη βάρβαρη ζημιά των πολλών τόνων στα βουνά μας. Να βλέπει τις πληγές τους, νταμάρια έχουν καταντήσει τα βουνά, τσιμεντονταμάρια και μπάζα, και να στέκει έως κι αυτός ανήμπορος κρατώντας κι εκείνος το κεφάλι με τα δυο του χέρια. Να πάρει το φόβο από τις ψυχές των ανθρώπων που σκέφτονται μόνο το καλό και θυσιάζονται ανυποψίαστοι». Φάνηκε σήμερα ο Σεπτέμβρης κρατώντας το μεγάλο φεγγάρι του Αυγούστου, μαζί και τις πληγές του, και τον καλωσορίζουμε με τη Φωτεινή απ’ το εργαστήρι της Βοιωτίας.

-Ματωμένο το φεγγάρι του Αυγούστου γεμάτο πληγές από το καλοκαίρι του πύρινου όλεθρου. Λες από σήμερα να αλλάξει η χρονιά;

Περιμένω. Μη ρωτάς τι. Κάτι, κάτι σωστό να γίνει μια φορά. Κάτι σαν θαύμα. Πόσο τρυφερά, αγνά, έρχεται κι αυτός ο μήνας. Με τις εκατό γιορτές των κοριτσιών την πρώτη του μέρα, των κοριτσιών που φέρουν τα ονόματα της αρχαίας μας πατρίδας· Αθηνά, Άρτεμη, Αφροδίτη, όλα τα ονόματα των Μουσών, των Νυμφών γης και θάλασσας. Μπαίνει ο Σεπτέμβρης μ’ έναν αρχαιοελληνικό χορό μαζί και με την αρχή της Ινδίκτου- την πρωτοχρονιά της εκκλησιαστικής χρονιάς. Μαζί, έρχονται και οι δάσκαλοι στα σχολειά, ας αυξηθούν οι ψυχωμένοι που αγαπάνε τα παιδιά και τους αγαπούν κι εκείνα, που χαρίζουν τη γνώση μαζί με παιχνίδι και χαμόγελο.
Και τι μέρες ιερές έχει επάνω του: Γενέσιο της Παναγιάς στις 8, του Σταυρού με τον αγιασμό, τον τρύγο στην Αττική, τον βασιλικό και το προζύμι στις 14, τη φθινοπωρινή ισημερία στις 21, μαζί της και την επίσημη είσοδο του φθινοπώρου, τη γιορτή της μάνας στις 20· και «φέτος δε θα σου πω χρόνια πολλά…» (Χρήστος Μπουλώτης). Και κλείνει στις 30 μέρες, σύντομος, απαλός, χωρίς εξάρσεις.

-Τα δώρα του ανεκτίμητα.

Στο πατρικό στο Ηράκλειο, δίνει ακόμη το μπλε γιασεμί και τ’ άσπρο στην ταράτσα, τριγυρνάει στη σκιερή αυλή ο κότσυφας με την κεχριμπαρένια μύτη, καμμένα τα φύλλα των κρίνων της μάνας, τσουρουφλισμένες και οι τριανταφυλλιές της από τους καύσωνες και τις στάχτες του Αυγούστου. Στην ταράτσα μπροστά, ρίχνει η γαζία βαριά τα φασόλια της γεμάτα σπόρο, μικρές γαζιούλες αδέσποτες στις γλάστρες και μαζί αδέσποτες αγριοσυκιές, θηρία. Στο κάτω αυλιδάκι, σιωπηλό ακόμη το αγγελικό κυκλάμινο. Παντού συνεχίζει ο τζίτζικας, παντού, ευτυχώς. Τα πεύκα στην παιδική μου γειτονιά όλο και λιγοστεύουν από το χέρι του ανθρώπου, τα λατρεμένα μου.
Στους αγρούς της Βοιωτίας, φουσκώνουν μπουμπούκια τ’ αγριοκρέμμυδα, τα κυκλάμινα έτοιμα ανάμεσα στις πληγές του μικρού βουνού, δεν συμπεριλαμβάνεται βλέπεις η έγνοια τους στην «ανάπτυξη» των «αιολικών πάρκων». Ετοιμάζονται οι κίτρινοι κρόκοι στον επίσης λαβωμένο Ελικώνα, τα ρόδια έχουν δέσει, αν κι εφέτος λιγοστά κι εδώ, τα σταφύλια ακόμα λιγότερα, δύσκολη χρονιά, λιγοστεύει και το κρασί και το λάδι.

-Του Οσίου Λουκά το μοναστήρι;

Με τη φωνή του ανέμου ρωτάει το μεγάλο Γιατί. Λαμπυρίζουν ανάμεσα στις στάχτες που γέμισαν τον τόπο οι χρυσές ψηφίδες στους Αγγέλους, στον Παντοκράτορα, στην Παναγιά μέσα στο Καθολικό.

-Δαντικές εικόνες και φέτος, αποκαΐδια μιας πατρίδας που την πληγώσαμε ανεπανόρθωτα.

Βασανιστικά γιατί, τους μυστικούς μας κήπους τους αφανίζουμε…

-Τους παραδεισένιους των παιδικών μας χρόνων που καρποφορούν με άνθη ευτυχίας τους φυλάμε ευτυχώς. Πόσο λυτρωτικό το αυγουστιάτικο διάλειμμα, οι παλιοί φίλοι ξανά μαζί, το μπαλκόνι με θέα το Αιγαίο μετερίζι θερινού ρεμβασμού, οι ναυτικές αναμνήσεις ζωής του πατέρα κάνουν τον απογευματινό καφέ ανυπέρβλητο, η αδικαιολόγητη αγωνία της μάνας για το βασιλικό μεσημεριανό γεύμα της άλλης μέρας, οι παρακλήσεις στο μοναστήρι, οι δειλινοί περίπατοι και το φως του καντηλιού από τον Αη Γιάννη τον περίβλεπτο, τον βιγλάτορα, η νέα φιλόδοξη παρέα του Συλλόγου μας που ανοίγει πόρτες και παράθυρα να μπει φρεσκάδα και να ανθίσει ξανά η μικρή μας πατρίδα, πόσες ευλογημένες αφορμές ουσιώδεις, της μυροβόλου καλοχρονιάς που έρχεται με το σακίδιο των διακοπών γεμάτο.
Παραφράζοντας τον Ζαν Ζορές: "Από τους βωμούς του παρελθόντος καλοκαιριού πάρε τη φλόγα, όχι τις στάχτες".
Αποσκευές γεμάτες με τα χρειώδη της καρδιάς.

- Φέρνει μαθητικές φωνές και κουδουνίσματα στα σχολεία…

Έρχεται κι ακόμη δεν φάνηκαν τα πρωτοβρόχια-βάλσαμο να απαλύνουν τη φρυγμένη γη, την πολύπαθη από του ανθρώπου την υπερβολή. Έρχεται και δεν υπάρχει πια κανένα κοριτσάκι να φοράει την μπλε ποδιά, τα σοσόνια και τα παπούτσια με το λουράκι, κι ανηφορίζοντας για το σχολείο να σφίγγει κρυφά στην τσέπη εκείνη τη μαβιά πεταλίδα που βρήκε σε μια από τις λίγες φορές που πήγε στη θάλασσα, λάφυρο του καλοκαιριού, του αληθινού καλοκαιριού του χωρίς απαιτήσεις και σπατάλες.
Έρχεται και η ζέστη βαστά ακόμη, αλλά οι σκιές μαλακώνουν, χρωματίζονται, και τα περαστικά σύννεφα πού και πού πυκνώνουν.

-Καιρός να ξεκουραστεί η αγροτιά και οι νοικοκυρές που ετοίμασαν τη χειμωνιάτικη σοδειά…

Λαχταράς πια το σταφύλι, το τελευταίο σύκο, το αχλάδι, το φρέσκο μύγδαλο, το σύκο το ξερό που είναι φρέσκο ακόμα και μαλακό, τον κατακόκκινο μοσχοβολιστό πελτέ ντομάτας που φτιάνουν στην Ανοριά της Εύβοιας και ψήνουν στους νταβάδες επάνω στη φωτιά. Μα τι μαγική σκηνή αυτή η μαθητοπαρέα που μεγάλωσε ο Μιχάλης, ο Δημήτρης, η Κατερίνα, ο Δημήτρης, η Ελένη να ετοιμάζουν την ντομάτα όπως παλιά οι μανάδες μας.

-Έρχεται αυτοκρατορικός ο Σεπτέμβρης με τα μυρωδάτα του θαύματα;

Ένα σωρό κρινάκια της άμμου, νυχτολούλουδα, ιβίσκους, δειλινά, γιασεμιά, πολλά γιασεμιά. Με το πρώτο μήλο ολόγλυκο, με τα μπαμπακοχώραφα ν’ ασπρίζουν. Όλα παίρνουν τη σειρά τους κι εμείς ξανά μετέωροι, ξανά σκυφτοί μπροστά σε μια αλλιώτικη ζωή που έρχεται, δεν έρχεται;

Τι κρατάς με σιγουριά απ’ αυτόν το μήνα;

Την ισημερία του πρώτα πρώτα, αυτή τη μαγική ισορροπία μέρας και νύχτας, το βράδυ που πια έρχεται φανερά πιο νωρίς. Τον τρύγο και το πάτημα. Tο μούστο, τη μουστιά, το βράσιμο του κρασιού που αρχίζει. Τους κρόκους τους κατακίτρινους, το κυκλάμινο που τρυφερά επιμένει και το ανεβατό λουλούδι της αγριοκρεμμύδας. Τις μοναχικές βουτιές στο θαλασσινό νερό που άρχισε να ευωδιάζει καρπούζι και γάλα. Κι ακόμα την ποίηση, τη μουσική, τη ζωγραφική που έχουν γίνει για χάρη του.

-Θυμήσου τον Σεπτέμβρη…

Ανάκατα όπως έρχονται στο μυαλό: Ο Βάκχος του Καραβάτζιο, μαζί και το πανέρι του με τα φθινοπωρινά φρούτα· ο Σεπτέμβρης του Γιάννη Τσαρούχη· το καλάθι με τα σύκα το ζωγραφισμένο στη βίλα Οπλόντιςανάμεσα στη Νάπολη και στο Σορέντο· το φθινόπωρο του Βιβάλντι που πάντα σιγοσφύριζε ο πατέρας· πιο ταπεινό αλλά ίσια στην καρδιά, το τραγούδι του Γιάννη Σπανού «Θυμήσου τον Σεπτέμβρη» και το άλλο τραγούδι, του Παντελή Θαλασσινού, για τον μικρό Σεπτέμβρη που βάζει τα κλάματα (στίχοι Ηλία Κατσούλη)· η Φθινοπωρινή Σονάτα που τρέχαμε με τα πόδια από το Ηράκλειο στο Αελλώ στην Πατησίων να τη δούμε 16-17 χρονών κοριτσάκια μια παρέα, μέχρι και Μπέργκμαν θέλαμε, λαχταρούσαμε,

-Κι απ’ όλα τι αγαπάς το πιο πολύ;

Ένα κομμάτι από τον «Τελευταίο παραθεριστή» του Γιάννη Ρίτσου:
«Μένω εδώ πέρα μονάχος όχι για να χαρώ τις τελευταίες γλυκές μέρες του φθινοπώρου
ούτε για ν' ακούσω το βαθύ γαλάζιο ν' αποσύρεται πίσω απ' τους λόφους [...]
Ζητώ να ξαναζήσω το καλοκαίρι που έφυγε, που μου έφυγε
μές απ' τα δάχτυλά μου σα ζεσταμένη, ασήμαντη άμμος,
σα θαλασσινό νερό που σου βρέχει και σου χτενίζει ένα ένα τα ματόκλαδα
και συ καθόλου δε το νιώθεις, γιατί είσαι ακέριος μέσα στο νερό
κολυμπώντας».

Στην εικόνα, νερομπογιά της Φωτεινής από τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου, στη σκιά του καπνού απ’ τις φωτιές του Ελικώνα.
more...
© 2026 - Livemedia. All Rights Reserved