Φωτεινή Στεφανίδη: «Νοέμβρης, ένας μικρός, τρυφερός χειμώνας»...
Φωτεινή Στεφανίδη: «Νοέμβρης, ένας μικρός, τρυφερός
χειμώνας»
Tου ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
«Λίγα γαρούφαλα απομένουνε στις γλάστρες
Στον κάμπο θα ’χουν κιόλας οργώσει τη γης
Ρίχνουν το σπόρο
Έχουν μαζέψει τις ελιές
Όλα ετοιμάζονται για το χειμώνα
Κι εγώ γεμάτος απ’ την απουσία σου
Φορτωμένος με την ανυπομονησία των μεγάλων ταξιδιών
Περιμένω σαν αγκυροβολημένο φορτηγό
μέσα στην Προύσα.»
Ναζίμ Χικμέτ, Γιάννης Ρίτσος, Μάνος Λοΐζος
«Ξημερώνει η πρώτη του μέρα. Για κάποιους μια μέρα
συνηθισμένη, γι’ άλλους η ωραία γιορτή των Αγίων Αναργύρων -
πόσο σπάνιος, δυσεύρετος πια είναι ο αχρημάτιστος γιατρός- και
γι’ άλλους η πιο τρυφερή πρωτομηνιά. Έχει μήλα ψητά στο
τραπέζι, με μισό καρύδι στην καρδιά τους και δυο στάλες πετιμέζι. Έχει κυδώνι ψητό, και το άλλο κυδώνι, το γλυκό, ή την κομπόστα με την αρμπαρόριζα. Στιφούτσικα όλα που τα λαχταράς. Έχει καρύδι και κάστανο. Κρασί που μοσχοβολά φρούτο. Χόρτα πικρά γλυκά απ’ το βουνό. Παραέξω απομείναν μόνο τα κυκλαμινόφυλλα στις πλαγιές. Οι κίτρινοι οι κρόκοι ανθισμένοι ακόμα. Βαριά, γεμάτα καρπό τα πυράγκαθα, τα κοτσύφια δεν προλαβαίνουν. Και ο κισσός στολισμένος, κι εκεί πουλιά. Και στα κυπαρισσόμηλα. Και στο βιβούρνου τους καρπούς που λάμπουν μ’ αυτό το μεταλλικό τους μπλε. Έχει και τη θάλασσα ωραία, πηχτή, μελωμένη. Για λίγους που απόμειναν και πιο πολύ για τα πλάσματα που τους ανήκει η χαρά της η χειμωνιάτικη. Αετούς, αλκυόνες, γλάρους ασημένιους». Ξανά με τη Φωτεινή ένα απ’ τα γλυκά απογεύματα, αυτά τα τελευταία του Οκτώβρη, λέμε για τον Νοέμβρη εδώ στην πίσω αυλή με το μπλε και τ’ άσπρο γιασεμί, με τη ροδιά και την πορτοκαλιά να φορούν κι αυτές τα καλά τους.
-Οι μέρες μετά την πρωτομηνιά του;
Άγγελοι κι Αρχάγγελοι στις 8, στις 21 της μικρούλας Παναγιάς η
μέρα. 25 της Κατερίνας, του Στυλιανού με το παιδί στην αγκαλιά την επομένη 26, και στις 30 ο Αγιαντρέας που αντριεύεται το κρύο. Μα το φόντο είναι αλλιώτικο κάθε χρονιά. Και κάποιες χρονιές ανεξίτηλο. Του Πολυτεχνείου οι μέρες, τα χρόνια, οι δεκαετίες, η θυσία, η αγωνία, η ανάγκη η μεγάλη. Και πιο πριν, εκείνος ο υγρός Νοέμβρης στο Κοντοπούλι της Λήμνου, κι ας μην τον έζησα, κρατώ στα χέρια τα σχέδια, τις νερομπογιές του πατέρα, μυρίζουν νωπό τ’ αμύγδαλο, το ραδικολούλουδο, γράφει ο ποιητής δίπλα, κρατά ημερολόγιο σε αληθινό χαρτί με αληθινό μελάνι. Γιάννης Ρίτσος ο ποιητής, Νοέμβρης του ’48 ο μήνας, στο Κοντοπούλι. Μνήμες ελληνικές, Νοεμβρίου, για τις μυγδαλιές, την παγωνιά μέσα κι έξω:
«Ξέχασα νὰ κοιτάξω τὰ σύννεφα. Ναί, οἱ μυγδαλιὲς
πήρανε χρῶμα καστανό-βιολετὶ - θἆναι ποὺ χινοπώριασε (…)
Ἐγὼ δὲν χωράω στὴ φωνή μου. Τὰ πόδια μου
μένουν ἀπ᾿ ὄξω. Κρυώνω. Καὶ μὲ βλέπουν.
Θὰ πρέπει νά ’φταιξα πολύ...»
για τον κίτρινο τον κρόκο:
«Θέλω νὰ γράψω ἕνα ποίημα γιὰ τὸ Μῆτσο
ὄχι μὲ λέξεις
ὅλο με κίτρινα κρινάκια…»
για το ραδικολούλουδο:
«Ἀνάμεσα στ᾿ ἀγκάθια καὶ στὰ πεσμένα φύλλα
βρήκαμε μία γυμνὴ γαϊδουροκεφαλὴ -
ἴσως καὶ νἆναι τὸ κεφάλι τοῦ καλοκαιριοῦ
ἔτσι ἀφημένο στὶς βρεγμένες πέτρες
καὶ γύρω του κάτι μικρὰ γαλάζια λουλούδια
ποὺ δὲν ξέρουμε τ᾿ ὄνομά τους…»
-Kαι τώρα;
Τώρα γαντζωνόμαστε στο γαϊδουροκαλόκαιρο, ελπίζουμε καθώς
όλα τα παραπάνω συνεχίζουν χωρίς να νοιάζονται για τα δικά μας, κρυφοκοιτάμε αν το κοτσύφι απόφαγε το ρόδι της αυλής, όλο δικό του, αν τσίμπησε από το καμπανάρι που απόμεινε στην κληματαριά. Οι προσδοκίες λιγοστές, οι φίλοι λίγοι μα καλοί, πολύ καλοί. Τα παιδιά η ελπίδα, και μαζί δυο λέξεις, δυο πινελιές, δυο νότες.
-Πάμε ξανά παραέξω;
Οργωμένα τα χωράφια, σπαρμένα για όποιον φρόντισε. Τις
Κυριακές μαζεύονται οι ελιές, ο κόσμος δουλεύει στις πόλεις, δεν
ευκαιρεί, δε δίνει μεροκάματα, ό,τι προλάβει, από κοντά και οι
γονείς παρ’ όλα τα χρόνια που τους βαραίνουν. Με το χαμόγελο
όμως, το τραγούδι, το νέο κρασί και τα μάτια να λάμπουν όταν
γεμίζουν τα τσουβάλια καρπό γερό και ζουμερό. Κάποιοι, αλλού, ρίχνουν αγωνία και μνήμες στη θάλασσα κι ας κρύωσε το νερό, ακόμα αγκαλιάζει και καλοδέχεται. Εκεί, κοντά στα πουλιά του χειμώνα που πρωτοφάνηκαν, σαν τα λουλούδια κι αυτά της εποχής, μαζί με γαζία και έναστρο, τρελό γιασεμί και
νυχτολούλουδο, πλάι τους ο κοκκινολαίμης και το ψαρόνι.
Και για της πόλης τους αμέτοχους, και φέτος οι φαγώσιμες ελιές
από το περπάτημα στις γειτονιές στην τσέπη της ζακέτας που μόλις φορέθηκε, κρύωσαν τα χέρια πια.
-Μέσα μας;
Για μένα μια αναμονή για κάτι άγνωστο, τόσο μεγάλη που έγινε η
ζωή η ίδια.
Η εικόνα, νερομπογιά της Φωτεινής από τον Σχοινιά Αττικής, τέλος Οκτωβρίου 2022
more...
χειμώνας»
Tου ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
«Λίγα γαρούφαλα απομένουνε στις γλάστρες
Στον κάμπο θα ’χουν κιόλας οργώσει τη γης
Ρίχνουν το σπόρο
Έχουν μαζέψει τις ελιές
Όλα ετοιμάζονται για το χειμώνα
Κι εγώ γεμάτος απ’ την απουσία σου
Φορτωμένος με την ανυπομονησία των μεγάλων ταξιδιών
Περιμένω σαν αγκυροβολημένο φορτηγό
μέσα στην Προύσα.»
Ναζίμ Χικμέτ, Γιάννης Ρίτσος, Μάνος Λοΐζος
«Ξημερώνει η πρώτη του μέρα. Για κάποιους μια μέρα
συνηθισμένη, γι’ άλλους η ωραία γιορτή των Αγίων Αναργύρων -
πόσο σπάνιος, δυσεύρετος πια είναι ο αχρημάτιστος γιατρός- και
γι’ άλλους η πιο τρυφερή πρωτομηνιά. Έχει μήλα ψητά στο
τραπέζι, με μισό καρύδι στην καρδιά τους και δυο στάλες πετιμέζι. Έχει κυδώνι ψητό, και το άλλο κυδώνι, το γλυκό, ή την κομπόστα με την αρμπαρόριζα. Στιφούτσικα όλα που τα λαχταράς. Έχει καρύδι και κάστανο. Κρασί που μοσχοβολά φρούτο. Χόρτα πικρά γλυκά απ’ το βουνό. Παραέξω απομείναν μόνο τα κυκλαμινόφυλλα στις πλαγιές. Οι κίτρινοι οι κρόκοι ανθισμένοι ακόμα. Βαριά, γεμάτα καρπό τα πυράγκαθα, τα κοτσύφια δεν προλαβαίνουν. Και ο κισσός στολισμένος, κι εκεί πουλιά. Και στα κυπαρισσόμηλα. Και στο βιβούρνου τους καρπούς που λάμπουν μ’ αυτό το μεταλλικό τους μπλε. Έχει και τη θάλασσα ωραία, πηχτή, μελωμένη. Για λίγους που απόμειναν και πιο πολύ για τα πλάσματα που τους ανήκει η χαρά της η χειμωνιάτικη. Αετούς, αλκυόνες, γλάρους ασημένιους». Ξανά με τη Φωτεινή ένα απ’ τα γλυκά απογεύματα, αυτά τα τελευταία του Οκτώβρη, λέμε για τον Νοέμβρη εδώ στην πίσω αυλή με το μπλε και τ’ άσπρο γιασεμί, με τη ροδιά και την πορτοκαλιά να φορούν κι αυτές τα καλά τους.
-Οι μέρες μετά την πρωτομηνιά του;
Άγγελοι κι Αρχάγγελοι στις 8, στις 21 της μικρούλας Παναγιάς η
μέρα. 25 της Κατερίνας, του Στυλιανού με το παιδί στην αγκαλιά την επομένη 26, και στις 30 ο Αγιαντρέας που αντριεύεται το κρύο. Μα το φόντο είναι αλλιώτικο κάθε χρονιά. Και κάποιες χρονιές ανεξίτηλο. Του Πολυτεχνείου οι μέρες, τα χρόνια, οι δεκαετίες, η θυσία, η αγωνία, η ανάγκη η μεγάλη. Και πιο πριν, εκείνος ο υγρός Νοέμβρης στο Κοντοπούλι της Λήμνου, κι ας μην τον έζησα, κρατώ στα χέρια τα σχέδια, τις νερομπογιές του πατέρα, μυρίζουν νωπό τ’ αμύγδαλο, το ραδικολούλουδο, γράφει ο ποιητής δίπλα, κρατά ημερολόγιο σε αληθινό χαρτί με αληθινό μελάνι. Γιάννης Ρίτσος ο ποιητής, Νοέμβρης του ’48 ο μήνας, στο Κοντοπούλι. Μνήμες ελληνικές, Νοεμβρίου, για τις μυγδαλιές, την παγωνιά μέσα κι έξω:
«Ξέχασα νὰ κοιτάξω τὰ σύννεφα. Ναί, οἱ μυγδαλιὲς
πήρανε χρῶμα καστανό-βιολετὶ - θἆναι ποὺ χινοπώριασε (…)
Ἐγὼ δὲν χωράω στὴ φωνή μου. Τὰ πόδια μου
μένουν ἀπ᾿ ὄξω. Κρυώνω. Καὶ μὲ βλέπουν.
Θὰ πρέπει νά ’φταιξα πολύ...»
για τον κίτρινο τον κρόκο:
«Θέλω νὰ γράψω ἕνα ποίημα γιὰ τὸ Μῆτσο
ὄχι μὲ λέξεις
ὅλο με κίτρινα κρινάκια…»
για το ραδικολούλουδο:
«Ἀνάμεσα στ᾿ ἀγκάθια καὶ στὰ πεσμένα φύλλα
βρήκαμε μία γυμνὴ γαϊδουροκεφαλὴ -
ἴσως καὶ νἆναι τὸ κεφάλι τοῦ καλοκαιριοῦ
ἔτσι ἀφημένο στὶς βρεγμένες πέτρες
καὶ γύρω του κάτι μικρὰ γαλάζια λουλούδια
ποὺ δὲν ξέρουμε τ᾿ ὄνομά τους…»
-Kαι τώρα;
Τώρα γαντζωνόμαστε στο γαϊδουροκαλόκαιρο, ελπίζουμε καθώς
όλα τα παραπάνω συνεχίζουν χωρίς να νοιάζονται για τα δικά μας, κρυφοκοιτάμε αν το κοτσύφι απόφαγε το ρόδι της αυλής, όλο δικό του, αν τσίμπησε από το καμπανάρι που απόμεινε στην κληματαριά. Οι προσδοκίες λιγοστές, οι φίλοι λίγοι μα καλοί, πολύ καλοί. Τα παιδιά η ελπίδα, και μαζί δυο λέξεις, δυο πινελιές, δυο νότες.
-Πάμε ξανά παραέξω;
Οργωμένα τα χωράφια, σπαρμένα για όποιον φρόντισε. Τις
Κυριακές μαζεύονται οι ελιές, ο κόσμος δουλεύει στις πόλεις, δεν
ευκαιρεί, δε δίνει μεροκάματα, ό,τι προλάβει, από κοντά και οι
γονείς παρ’ όλα τα χρόνια που τους βαραίνουν. Με το χαμόγελο
όμως, το τραγούδι, το νέο κρασί και τα μάτια να λάμπουν όταν
γεμίζουν τα τσουβάλια καρπό γερό και ζουμερό. Κάποιοι, αλλού, ρίχνουν αγωνία και μνήμες στη θάλασσα κι ας κρύωσε το νερό, ακόμα αγκαλιάζει και καλοδέχεται. Εκεί, κοντά στα πουλιά του χειμώνα που πρωτοφάνηκαν, σαν τα λουλούδια κι αυτά της εποχής, μαζί με γαζία και έναστρο, τρελό γιασεμί και
νυχτολούλουδο, πλάι τους ο κοκκινολαίμης και το ψαρόνι.
Και για της πόλης τους αμέτοχους, και φέτος οι φαγώσιμες ελιές
από το περπάτημα στις γειτονιές στην τσέπη της ζακέτας που μόλις φορέθηκε, κρύωσαν τα χέρια πια.
-Μέσα μας;
Για μένα μια αναμονή για κάτι άγνωστο, τόσο μεγάλη που έγινε η
ζωή η ίδια.
Η εικόνα, νερομπογιά της Φωτεινής από τον Σχοινιά Αττικής, τέλος Οκτωβρίου 2022
more...





