Φωτεινή Στεφανίδη: «Τα μαβιά του Αυγούστου» Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ...
Φωτεινή Στεφανίδη: «Τα μαβιά του Αυγούστου»
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
«Θα ’θελα αυτήν την μνήμη να την πω…
Μα έτσι εσβήσθη πια… σαν τίποτε δεν απομένει –
γιατί μακριά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.
Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί…
Εκείνη του Αυγούστου –Αύγουστος ήταν;– η βραδιά…
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια· ήσαν θαρρώ μαβιά…
Α ναι, μαβιά· ένα σαπφείρινο μαβί.»
Κωνσταντίνος Καβάφης, «Μακριά», 1914
«Γιασεμί και Αύγουστος θαρρείς και είναι ένα. Και το μαβί, χρώμα του Αυγούστου είναι. Οι μέρες μικραίνουν, ο ουρανός βάφεται μαβής· κι η θάλασσα, μαβιά κι αυτή. Και η ψυχή, μέσα βαθιά μοβίζει σαν και τα βουνά τα μακρινά, σαν και τα νησιά. Κι εφέτος, ένας λόγος παραπάνω το μαβί να απλωθεί σε στεριά και θάλασσα, σε καρδιά και σκέψη. Αύγουστος ήταν πριν εκατό χρόνια χωρίς ερωτηματικό, χωρίς αμφιβολία, που χάθηκε η γη κάτω από τα πόδια του ελληνικού κόσμου, που κάηκαν σπίτια και καρδιές, που γέμισαν βάρκες, καΐκια και καράβια, που έγιναν ατέλειωτες πορείες μες στη ζέστη και τη σκόνη για τη θάλασσα, που άρχισαν όλα απ’ την αρχή, με αμέτρητες τις απώλειες. Απτές ακόμη οι αποδείξεις, τι είναι εκατό χρόνια». Καλωσορίζουμε μήνα Αύγουστο με τη Φωτεινή, πλάι στα μαβιά και τις ευωδιές του.
-Άλλα μαβιά;
Μαβιά όλα τα μερομήνια του, οι δρίμες που βάφουν βιολετί ουρανό και θάλασσα. Μαβιά η μέρα (Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ) που χάθηκε ο Φεντερίκο στη Γρανάδα και δε βρέθηκε ποτέ. Μαβί το Δεκαπενταύγουστο, γιορτή το λες ή τρυφερή μελαγχολία στην καρδιά; Μαβί το ρούχο της Παναγιάς, αυτό το ρούχο το ψηφοθετημένο με αμέθυστο και λαζουρίτη, της Αγίας Επίσκεψης, της Παναγιάς μου. Μαβί το σύννεφο που τύλιξε έναν άγγελο πριν κάμποσα χρόνια, Αύγουστος ήταν, Αύγουστος.
-Οι ευωδιές;
Αυτές λευκές, βαριές, να σε μεθάνε. Γιασεμί ελληνικό κι αράπικο, φούλι, γαρδένια, νυχτολούλουδο, υάκινθος, κρίνο της άμμου.
Μνήμες. Και πώς κοιτάμε μπροστά;
Γυρνώντας το κεφάλι πίσω. Στην πατρίδα πριν αρχίσει συστηματικά να καίγεται· σε μια Πεντέλη καταπράσινη που όταν τη διασχίζαμε τα τζιτζίκια σκέπαζαν κάθε κουβέντα μας, σε μια Εύβοια που δρόσιζε μάτια και καρδιές κι άνθιζαν οι αυλές και κάρπιζαν τα μποστάνια, σε μια Πελοπόννησο με άθλιους δρόμους ακόμη μα με τη μια ομορφιά πίσω από την άλλη αραδιασμένες να τις γευόμαστε άφοβα. Όχι ότι δεν υπήρχαν κι από τότε οι σκιές. Άλλο ωστόσο η σκιά του θεριού κι άλλο το ίδιο να το βλέπεις καταπρόσωπο.
-Κι η ελπίδα;
Από το τίποτε η ελπίδα πάντα. Λουλουδάκι αντί για δέντρο. Τρυφερό άγγιγμα αντί για έρωτα θεό. Τιμή στο έργο αυτών που έφυγαν και φεύγουν αντί για κοίταγμα ίσα στα μάτια. Κι απόφαση να συνεχίσουμε με όση δύναμη απομένει. Να λιαστούν κι εφέτος τα σύκα στην ταράτσα του πατρικού σου. Να λιώνουν στο στόμα όσα σύκα στάζουν μέλι κι έχουν επάνω σκαλωμένη τη χρυσόμυγα. Να γίνει κι εφέτος η σάλτσα της ντομάτας στον ήλιο με το αλάτι-μαργαριτάρι της αλυκής. Να μοσχοβολήσει το τραπέζι με τη σαρδελίτσα ψημένη μόνο στο αλάτι, με το φρέσκο ψαράκι στη σχάρα, με το καρπούζι που πέρα από την ευωδιά του στο τραπέζι έχει σκορπίσει τη μυρουδιά του στη θάλασσα την αλάνθαστη.
-Μαζί του τελειώνει το καλοκαίρι;
Είναι το τέλος του Αυγούστου το τέλος μιας γιορτής που την περίμενες με λαχτάρα και ήρθε με το φινάλε της στα χέρια και υπόσχεση για χειμώνα, για χειμώνες; Όχι, όχι. Το καλοκαίρι κρατάει εφτά μήνες, πάνω από διακόσιες μέρες, μετριέται με αλμύρα, με νερομπογιές χωρίς αποδέκτες και με ξενύχτια για πληρωμή της ξεγνοιασιάς της μέρας. Μετριέται με την καταγραφή του κοραλλιού, της πικροδάφνης, του ηλιοτρόπιου, των υάκινθων, των ασπράγγελων που έρχονται, των βιαστικών κυκλάμινων. Κι ο Αύγουστος ξάφνου μεγαλώνει, απλώνεται στον Σεπτέμβρη, μέχρι Οκτώβρη πιάνει.
-Και οι Παρακλήσεις στην Παναγιά;
Ὁ γλυκασμός τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων ἡ χαρά, χριστιανῶν ἡ προστάτις, Παρθένε Μήτηρ Κυρίου, ἀντιλαβοῦ μου καί ρύσαι, τῶν αἰωνίων βασάνων.
-Φύγαμε απ’ τα μαβιά, πιάσαμε κι άλλα χρώματα;
Σαν ο Αύγουστος να ενώνει καλοκαίρι γαλανό με κόκκινο φθινόπωρο. Σαπφείρινος με χίλια φώτα στο πετράδι του, θεός και άρχοντας, τραπεζοφόρος και φίλος της καρδιάς, ποιητής και ψαράς, αγκαλιά για την Παναγιά και την αρχαία θεότητα μαζί, δυνατό καλωσόρισμα μαζί και κατευόδιο για ερωτιδείς κι αγγέλους, εν τέλει πανχρωματικός.
Σημ.: Η εικόνα, νερομπογιά της Φωτεινής καμωμένη μια από τις τελευταίες μέρες του Ιούλη του 2022.
more...
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
«Θα ’θελα αυτήν την μνήμη να την πω…
Μα έτσι εσβήσθη πια… σαν τίποτε δεν απομένει –
γιατί μακριά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.
Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί…
Εκείνη του Αυγούστου –Αύγουστος ήταν;– η βραδιά…
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια· ήσαν θαρρώ μαβιά…
Α ναι, μαβιά· ένα σαπφείρινο μαβί.»
Κωνσταντίνος Καβάφης, «Μακριά», 1914
«Γιασεμί και Αύγουστος θαρρείς και είναι ένα. Και το μαβί, χρώμα του Αυγούστου είναι. Οι μέρες μικραίνουν, ο ουρανός βάφεται μαβής· κι η θάλασσα, μαβιά κι αυτή. Και η ψυχή, μέσα βαθιά μοβίζει σαν και τα βουνά τα μακρινά, σαν και τα νησιά. Κι εφέτος, ένας λόγος παραπάνω το μαβί να απλωθεί σε στεριά και θάλασσα, σε καρδιά και σκέψη. Αύγουστος ήταν πριν εκατό χρόνια χωρίς ερωτηματικό, χωρίς αμφιβολία, που χάθηκε η γη κάτω από τα πόδια του ελληνικού κόσμου, που κάηκαν σπίτια και καρδιές, που γέμισαν βάρκες, καΐκια και καράβια, που έγιναν ατέλειωτες πορείες μες στη ζέστη και τη σκόνη για τη θάλασσα, που άρχισαν όλα απ’ την αρχή, με αμέτρητες τις απώλειες. Απτές ακόμη οι αποδείξεις, τι είναι εκατό χρόνια». Καλωσορίζουμε μήνα Αύγουστο με τη Φωτεινή, πλάι στα μαβιά και τις ευωδιές του.
-Άλλα μαβιά;
Μαβιά όλα τα μερομήνια του, οι δρίμες που βάφουν βιολετί ουρανό και θάλασσα. Μαβιά η μέρα (Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ) που χάθηκε ο Φεντερίκο στη Γρανάδα και δε βρέθηκε ποτέ. Μαβί το Δεκαπενταύγουστο, γιορτή το λες ή τρυφερή μελαγχολία στην καρδιά; Μαβί το ρούχο της Παναγιάς, αυτό το ρούχο το ψηφοθετημένο με αμέθυστο και λαζουρίτη, της Αγίας Επίσκεψης, της Παναγιάς μου. Μαβί το σύννεφο που τύλιξε έναν άγγελο πριν κάμποσα χρόνια, Αύγουστος ήταν, Αύγουστος.
-Οι ευωδιές;
Αυτές λευκές, βαριές, να σε μεθάνε. Γιασεμί ελληνικό κι αράπικο, φούλι, γαρδένια, νυχτολούλουδο, υάκινθος, κρίνο της άμμου.
Μνήμες. Και πώς κοιτάμε μπροστά;
Γυρνώντας το κεφάλι πίσω. Στην πατρίδα πριν αρχίσει συστηματικά να καίγεται· σε μια Πεντέλη καταπράσινη που όταν τη διασχίζαμε τα τζιτζίκια σκέπαζαν κάθε κουβέντα μας, σε μια Εύβοια που δρόσιζε μάτια και καρδιές κι άνθιζαν οι αυλές και κάρπιζαν τα μποστάνια, σε μια Πελοπόννησο με άθλιους δρόμους ακόμη μα με τη μια ομορφιά πίσω από την άλλη αραδιασμένες να τις γευόμαστε άφοβα. Όχι ότι δεν υπήρχαν κι από τότε οι σκιές. Άλλο ωστόσο η σκιά του θεριού κι άλλο το ίδιο να το βλέπεις καταπρόσωπο.
-Κι η ελπίδα;
Από το τίποτε η ελπίδα πάντα. Λουλουδάκι αντί για δέντρο. Τρυφερό άγγιγμα αντί για έρωτα θεό. Τιμή στο έργο αυτών που έφυγαν και φεύγουν αντί για κοίταγμα ίσα στα μάτια. Κι απόφαση να συνεχίσουμε με όση δύναμη απομένει. Να λιαστούν κι εφέτος τα σύκα στην ταράτσα του πατρικού σου. Να λιώνουν στο στόμα όσα σύκα στάζουν μέλι κι έχουν επάνω σκαλωμένη τη χρυσόμυγα. Να γίνει κι εφέτος η σάλτσα της ντομάτας στον ήλιο με το αλάτι-μαργαριτάρι της αλυκής. Να μοσχοβολήσει το τραπέζι με τη σαρδελίτσα ψημένη μόνο στο αλάτι, με το φρέσκο ψαράκι στη σχάρα, με το καρπούζι που πέρα από την ευωδιά του στο τραπέζι έχει σκορπίσει τη μυρουδιά του στη θάλασσα την αλάνθαστη.
-Μαζί του τελειώνει το καλοκαίρι;
Είναι το τέλος του Αυγούστου το τέλος μιας γιορτής που την περίμενες με λαχτάρα και ήρθε με το φινάλε της στα χέρια και υπόσχεση για χειμώνα, για χειμώνες; Όχι, όχι. Το καλοκαίρι κρατάει εφτά μήνες, πάνω από διακόσιες μέρες, μετριέται με αλμύρα, με νερομπογιές χωρίς αποδέκτες και με ξενύχτια για πληρωμή της ξεγνοιασιάς της μέρας. Μετριέται με την καταγραφή του κοραλλιού, της πικροδάφνης, του ηλιοτρόπιου, των υάκινθων, των ασπράγγελων που έρχονται, των βιαστικών κυκλάμινων. Κι ο Αύγουστος ξάφνου μεγαλώνει, απλώνεται στον Σεπτέμβρη, μέχρι Οκτώβρη πιάνει.
-Και οι Παρακλήσεις στην Παναγιά;
Ὁ γλυκασμός τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων ἡ χαρά, χριστιανῶν ἡ προστάτις, Παρθένε Μήτηρ Κυρίου, ἀντιλαβοῦ μου καί ρύσαι, τῶν αἰωνίων βασάνων.
-Φύγαμε απ’ τα μαβιά, πιάσαμε κι άλλα χρώματα;
Σαν ο Αύγουστος να ενώνει καλοκαίρι γαλανό με κόκκινο φθινόπωρο. Σαπφείρινος με χίλια φώτα στο πετράδι του, θεός και άρχοντας, τραπεζοφόρος και φίλος της καρδιάς, ποιητής και ψαράς, αγκαλιά για την Παναγιά και την αρχαία θεότητα μαζί, δυνατό καλωσόρισμα μαζί και κατευόδιο για ερωτιδείς κι αγγέλους, εν τέλει πανχρωματικός.
Σημ.: Η εικόνα, νερομπογιά της Φωτεινής καμωμένη μια από τις τελευταίες μέρες του Ιούλη του 2022.
more...





