Μαρτυρίες Σινασιτών για τον εκπατρισμό τους Κωστής Ρίζος: Ήταν...
Μαρτυρίες Σινασιτών για τον εκπατρισμό τους
Κωστής Ρίζος: Ήταν Αύγουστος του 1924 όταν έφτασε και σε μας το φοβερό μήνυμα της ανταλλαγής. Θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός απ’ άκρη σ’ άκρη μόλις ήρθε στη δημογεροντία η διαταγή της τουρκικής κυβερνήσεως που μιλούσε για τον ξεριζωμό μας. Χωρίς καν να ερωτηθούμε, σαν να ήμαστε αγέλες προβάτων.
(…) Κάθε οικογένεια μάζευε ό,τι πολύτιμο είχε κι ό,τι μπορούσε να σώσει και τα έκανε μπάλες. Τα άλλα, τα ζώα τους, τα έπιπλά τους, τα χωράφια τους, τα πουλούσαν στους Τούρκους που τα ‘παιρναν για τίποτα.
(…) Τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου αποχαιρετίσαμε για πάντα τη φιλτάτη μας πατρίδα. Οκτώ μέρες πριν από εμάς έφυγαν τα φορτία μας. Ήταν εξήντα εβδομήντα καμήλες με τα κοινοτικά μας κειμήλια και με πολλά ατομικά, τα πιο μεγάλα και βαριά. Έφυγαν πρώτα τα φορτία γιατί θα αργούσαν στο δρόμο περισσότερο από εμάς. Μαζί τους κανείς χριστιανός δεν πήγε. Μόνο Τούρκοι αγωγιάτες, χωριανοί μας, τα συνόδεψαν και δεν καταδέχτηκαν να μας πάρουν ούτε ένα προσόψι. Όλα άθικτα τα έφεραν ως τη Μερσίνα και μας τα παρέδωσαν. Σε μια βδομάδα περίπου άρχισαν να φεύγουν κι οι κάτοικοι…. Οι Τούρκοι πάλι του χωριού μας -σ’ εμάς δεν ήρθαν καθόλου Τούρκοι ανταλλάξιμοι-, πολύ λυπημένοι, μας αγκάλιαζαν και μας φιλούσαν… Πρώτοι έφυγαν οι άποροι. Προστάτης τους και οδηγός τους ήμουν εγώ. Ήταν διακόσιοι περίπου άνθρωποι και χρειάστηκαν σχεδόν σαράντα αμάξια για να μεταφερθούνε. Κάθε αμάξι κόστισε 40 παγκανότες. Τα πλήρωσε η Επιτροπή απ’ τα χρήματα που στείλαν απ’ την Πόλη και απ’ τους φόρους των πλουσίων.
more...
Κωστής Ρίζος: Ήταν Αύγουστος του 1924 όταν έφτασε και σε μας το φοβερό μήνυμα της ανταλλαγής. Θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός απ’ άκρη σ’ άκρη μόλις ήρθε στη δημογεροντία η διαταγή της τουρκικής κυβερνήσεως που μιλούσε για τον ξεριζωμό μας. Χωρίς καν να ερωτηθούμε, σαν να ήμαστε αγέλες προβάτων.
(…) Κάθε οικογένεια μάζευε ό,τι πολύτιμο είχε κι ό,τι μπορούσε να σώσει και τα έκανε μπάλες. Τα άλλα, τα ζώα τους, τα έπιπλά τους, τα χωράφια τους, τα πουλούσαν στους Τούρκους που τα ‘παιρναν για τίποτα.
(…) Τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου αποχαιρετίσαμε για πάντα τη φιλτάτη μας πατρίδα. Οκτώ μέρες πριν από εμάς έφυγαν τα φορτία μας. Ήταν εξήντα εβδομήντα καμήλες με τα κοινοτικά μας κειμήλια και με πολλά ατομικά, τα πιο μεγάλα και βαριά. Έφυγαν πρώτα τα φορτία γιατί θα αργούσαν στο δρόμο περισσότερο από εμάς. Μαζί τους κανείς χριστιανός δεν πήγε. Μόνο Τούρκοι αγωγιάτες, χωριανοί μας, τα συνόδεψαν και δεν καταδέχτηκαν να μας πάρουν ούτε ένα προσόψι. Όλα άθικτα τα έφεραν ως τη Μερσίνα και μας τα παρέδωσαν. Σε μια βδομάδα περίπου άρχισαν να φεύγουν κι οι κάτοικοι…. Οι Τούρκοι πάλι του χωριού μας -σ’ εμάς δεν ήρθαν καθόλου Τούρκοι ανταλλάξιμοι-, πολύ λυπημένοι, μας αγκάλιαζαν και μας φιλούσαν… Πρώτοι έφυγαν οι άποροι. Προστάτης τους και οδηγός τους ήμουν εγώ. Ήταν διακόσιοι περίπου άνθρωποι και χρειάστηκαν σχεδόν σαράντα αμάξια για να μεταφερθούνε. Κάθε αμάξι κόστισε 40 παγκανότες. Τα πλήρωσε η Επιτροπή απ’ τα χρήματα που στείλαν απ’ την Πόλη και απ’ τους φόρους των πλουσίων.
more...





