Μνήμη Παναγιώτη Τέτση - «Νησιά σαν τη Σίφνο σε ταξιδεύουν. Οι ουρανοί τα βάλανε εκεί, μαζί με τη ζωγραφική και τον άνθρωπο»
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
Συνεπαρμένος από ήλιους και σύννεφα που χύνουν σαν μέλι τη δύση και την ανατολή τους στους κύκλους του χρόνου, από ασβεστωμένες αναβαθμίδες που λαμπυρίζουν στο φως του φεγγαριού, φεγγερούς ορίζοντες την ώρα του λυκόφωτος, αγριελιές και πικροδάφνες, εκκλησίες των αμπελιών με εκείνο το θερμά ερωτικό του χρώμα, πρωτοδιάβηκα το ατελιέ του στην Ξενοκράτους για την πρώτη μου συνέντευξη μαζί του, 1995 ή 1996..
Το ραντεβού κλεισμένο μετά τριπλό συνθηματικό στο τηλεφώνημα, συνεπής και αγχωμένος στην ώρα μου, τσούπ, στο ησυχαστήριό του. Σκεφτόμουν πως ήταν επι ώρες απομονωμένος εκεί για να ζωγραφίσει, πότε με μελάνια, πότε με χρώματα, άλλοτε με παστέλ, το δικό του εικαστικό σύμπαν, πλημμυρισμένο απο φώς και χρώμα.
Ανοίγει την πόρτα, με καλωσορίζει χαιρετά μεγαλόφωνα τον απέναντι φίλο του ανθοπώλη και κατεβαίνουμε τη σκάλα. «Περάστε στο φτωχικό μου, αναμείνατε για καφέ» οι πρώτες του λέξεις, διασχίζει τον διαδρομάκο και μπαίνει στο κουζινάκι του. Βάζει το μπρίκι, ακούω ντουλάπια να ανοίγουν, βαζάκια με γλυκό να κατεβαίνουν το νερό της βρύσης να τρέχει.
Με σβελτάδα εφήβου, καφές, νερό, γλυκά του κουταλιού, όλα πάνω στον δίσκο, τοποθετούνται στο τραπεζάκι απο το οποίο παραμερίζει βιβλία και χειρόγραφες σημειώσεις ένα σωρό.
Άντε να αρνηθείς το γλυκό του κουταλιού στον Τέτση.
Περγαμόντο απο κάποιον φίλο του και κουμ κουάτ απο μια μικρή χρυσή πορτοκαλιά, στα κινέζικα των Μανδαρίνων, που μεγάλωνε στο μπαλκόνι του σπιτιού του δίπλα στον Ευαγγελισμό.
Τα προκαταρκτικά της συνέντευξης, σαν τα ορεκτικά του τραπεζιού, περιλαμβάνουν: καφενέ του Δρακάκη, την «πετζούλα» στον Αρτεμώνα, τα Εξάμπελα, τον Βυζέ με τα μποστανικά του, τα κάστρα, τους ναΐσκους, τα γλυκά, τις ρεβυθάδες, τα σιφνέικα κιούπια, τα καφενεία του Κορακή, του Λάκη, του Πίπη, εκεί που ο Γιάννης ο Διαρεμές ανέπτυσσε τις φιλοβασιλικές απόψεις του...
"Γιατί να επισκεφθεί κάποιος το νησί; ρωτώ τον Παναγιώτη Τέτση. «Α ! ωραία τα πάμε, ξεκινάμε απο τα δύσκολα. Λοιπόν, οι Σίφνιοι είναι αγαπητοί άνθρωποι, ευγενέστατοι, μαλακοί, ποτέ δεν μαλώνουν μεταξύ τους, αυτό που συμβαίνει στην «άλλη Ελλάδα», για αυτό το λόγο, μου αρέσει εμένα».
Παρ΄οτι Υδραίος είχε επιλέξει το ερημητήριό του, το σπίτι του στο Κάτω Πέτάλι, το ησυχαστήριό του, για ζωγραφική, εφορμήσεις για μπάνια, καλλιέργειες φυτων και της βερυκοκιάς απο την οποία κάθε χρόνο ετοίμαζε το δικό του γλυκό του κουταλιού.
Λάτρης της ζωής, το μετέδιδε σε μαθητές και φίλους του, αναζητούσε τα σιφνέικα κιούπια τα χειροποίητα, άλλα για δική του χρήση, άλλα για να φέρει στην Αθήνα σε φίλους του, πειραματιζόταν με συνταγές του νησιού, λάτρευε τη γαστρονομία του.
«Ακούστε η Σίφνος έχει πολύ ωραία φαγητά και πολύ ωραία γλυκά. Έχουν ταλέντο στη μαγειρική. Να σκεφτείτε ότι ο μέγας διδάσκαλος της μαγειρικής ο Νικόλαος Τσελεμεντές, ήτανε Σιφνιός. Το σπίτι του ήτανε στα Ξάμπελα, επωλήθη πριν από περίπου σαράντα χρόνια. Το αγόρασε ο Λάουρι, Αμερικανός ο οποίος αγαπούσε την Ελλάδα, ήταν διευθύνων στην «Foundation Ford», των χορηγιών. Όλη η Ελλάδα γνωρίζει, τον Τσελεμεντέ. Έχει συνδυαστεί ο οδηγός μαγειρικής να λέγεται Τσελεμεντές, Αν ρωτήσεις ένα νέο παιδί, μία νέα κοπέλα θα σου πει ναι δώσε μου τον Τσελεμεντέ. Είναι οδηγός μαγειρικής. Έχω πει στους Σιφνιούς να του κάνουν μια προτομή. Ξέρετε πόσα ζευγάρια έχει σώσει αυτός ο άνθρωπος;».

Με την χαρακτηριστική του φωνή και το ευγενικά αρβανίτικο πέισμα του , δεν διαφωνούσες με τον Τέτση, ηταν ασέβεια, διαφήμιζε τόσο πολύ τα προιόντα του νησιού και με τα δώρα που σου έδινε σε «ανάγκαζε» να υιοθετήσεις την άποψή του.
«Υπάρχει ένα εργαστήριο στη Σίφνο που κάνει τα ωραιότερα λουκούμια που υπάρχουν. Χωρίς να θέλω να μου κάνουν μήνυση επί δυσφημίσει οι Συριανοί, αυτά τα λουκούμια είναι άρωμα σκέτο. Ο πατέρας του εργαστηρίου το παρέδωσε στον τελευταίο του γιο, στον μικρότερο. Και το διατηρεί και το έχει ο μικρός γιος και κάνει τα λουκούμια και όλα τα άλλα μαστίχες, παστέλια, χαλβαδόπιτες, πάρα πολύ ωραία».
Βεβαίως, η επιτομή της γαστρονομικής του ενασχόλησης ήταν η ρεβυθάδα, με μυστικά που τα αποκάλυπτε στα συμπόσια με φίλους συνδαιτυμόνες -Τσιρόπουλος, Πρέκα, Κανά, Κοντογούρης, Μαδένης, Ρούσσος - στο σπίτι του, με τη Γιούλη βοηθό του .
«Παίρνετε τα ρεβίθια τα βάζετε καμιά δεκαπενταριά ώρες να μουλιάσουν και τους βάζετε ή μία κουταλιά αλάτι ή μία κουταλιά σόδα. Με νερό στερνίσιο της βροχής. Διότι αν βγάλετε από το πηγάδι δεν πρόκειται να βράσουν ποτέ. Κατ’ εμέ όταν βάζεις σόδα για να μουλιάσουν, παίρνουν μία μυρωδιά. Τα βάζεις στο πήλινο τσουκάλι, το οποίο δεν πρέπει να έχει εμάγιο, δηλαδή γυάλωμα ούτε μέσα ούτε έξω. Πρέπει να τα ξεπλύνετε πρώτα για να βάλετε
και άλλο νερό. Να βάλετε τα ρεβίθια, να κόψετε ένα μεγάλο κρεμμύδι, αλάτι, πιπέρι, λάδι, το καπάκι και το βάζετε στο φούρνο. Καλώς εχόντων των πραγμάτων σε πέντε με εφτά ώρες, θα έχουν βράσει ωραία τα ρεβίθια. Τώρα είναι μερικοί οι οποίοι πιστεύουν ότι η πεμπτουσία του ρεβιθιού, ότι το καπάκι το κλείνουν με ζυμάρι, νομίζω ότι αυτή είναι η υψηλή φιλοσοφία του ρεβιθιού».
Εκείνη η πρώτη μου συνέντευξη με τον Παναγιώτη Τέτση για την Ελευθεροτυπία , ολοκληρώθηκε με το «ντριν» του κουδουνιού και την έλευση στο ατελιέ του μεγάλου ελληνολάτρη, του σπουδαίου φωτογράφου Φρανσουά Μπονόμ.
Μέγας γλυκατζής ο Μπονόμ κατέβηκε τις σκάλες και πήρε θέση για το φιλοδώρημα. Ενα πιάτο γεμάτο, κερασάκι, βερύκοκο, συκαλάκι, μελιτζανάκι και κυδώνι. Τα κατασπάραξε βουλημικά. Ο Τέτσης παρακολουθούσε υπομειδιώντας.
Σηκώθηκα να χαιρετήσω και να ευχαριστήσω. «Δηλαδή αν δεν ήσασταν ζωγράφος και Δάσκαλος θα μπορούσατε να ήσασταν μάγειρας ή ζαχαροπλάστης;» τον ρωτώ. Ο Μπονόμ γελά συγκαταβατικά.
«Εάν δεν είχα πάρει αυτό το δρόμο ωραία θα 'τανε να γίνω ξυλουργός- καθαρή δουλειά- ή να είχα γίνει κανατάς- όχι κεραμιστής αυτά τα κουλτουριάρικα που γίνονται τώρα. Ωραίο είναι να είσαι και φούρναρης όμως».





