1. Home
  2. News
  3. Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στο μέτωπο της Μικρασίας Της ΣΙΑΣ...

Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στο μέτωπο της Μικρασίας Της ΣΙΑΣ...

Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στο μέτωπο της Μικρασίας  Της ΣΙΑΣ...
Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στο μέτωπο της Μικρασίας

Της ΣΙΑΣ ΚΟΣΙΩΝΗ, δημοσιογράφου

Οι γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα είναι συνυφασμένες στην Ελλάδα με το σμίξιμο της οικογένειας, το φαγοπότι, τους χορούς και τα τραγούδια και τα ρούχα τα καλά. Τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει στα στρατόπεδα της Μικρασίας με τους φαντάρους να περιγράφουν στα φύλλα των εφημερίδων που σώζονται, άλλοτε με πικρία και θλίψη, άλλοτε με ειρωνεία και άλλοτε με χιούμορ και αυτοσαρκαστική διάθεση τις διαφορετικές, γκρίζες, συννεφιασμένες δικές τους γιορτές.
Το 1922 είναι ένα έτος που αντιμετωπίζεται από το στράτευμα με τεράστια προσδοκία. Σε πρώτο πρόσωπο, με κολακείες και καλοπιάσματα του απευθύνεται ένας φαντάρος στην «Αυγή», εξηγώντας του με πόση λαχτάρα το περίμεναν και ρωτώντας το αν θα φέρει αυτά που πόθησε η ψυχή του στρατιώτη: «Ήλθες ω νέον έτος, αλλά να ανταλλάξεις τους προκατόχους σου ή να γίνεις συ το ειρηνικότερον του κόσμου έτος, το γαλήνιον, το σωτήριον»;
Πρώτες μέρες του 1922 ένας φαντάρος περιγράφει στην «Αυγή» το μίζερο γιορτινό κάλεσμα στο καλυβάκι ενός φίλου του λοχία. «Όχι κέικ, ούτε λικέρ. Μια καραβάνα σιγοβράζει το κακάο. Πέντε έξι φέτες μαύρη κουραμάνα για μπισκουί (…) Ούτε φοξ τροτ ούτε καντρίλιες ούτε πιάνο. Μόνοι μας. Στη ζωή του μετώπου τη μονότονη, δίδωμε αρχοντικό χαρακτήρα».
Μοχλός για την επιβίωση είναι η ελπίδα. Είναι η μόνη που μπορεί να νικήσει την απογοήτευση, τη θλίψη και τη λησμονιά, σε μία συνθήκη που ακόμη και ο Άγιος Βασίλης τους γυρνάει την πλάτη:
«Προχθές την νύχτα παραμονής διήλθεν μακρόθεν όμως ένας οδοιπόρος μακρυνός. Ούτε καν επλησίασεν κοντά μας. Ήτο ο Άγιος Βασίλειος. Επορεύετο προς τα κέντρα του πρασίνου τραπεζιού. Εις το στρατόπεδό μας δεν επλησίασε διότι δεν έφερεν ότι εποθήσαμεν».
Αντίθετα με την «Αυγή», με άκρως περιπαικτική και τολμηρή διάθεση προσεγγίζει τα Χριστούγεννα η εφημερίδα «Μανιβέλα» που με ένα απολαυστικό έμμετρο άρθρο προσπερνά τη λογοκρισία και καυτηριάζει την πολιτική κατάσταση της χώρας, τα άκαρπα πήγαινε-έλα στις ευρωπαικές πρωτεύουσες του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη και του υπουργού εξωτερικών Γεωργιου Μπαλτατζή για τη λήξη του Μικρασιατικού ζητήματος και καταδεικνύει τη δύσκολη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το στράτευμα: «Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη και η κοιλιά αγάλλεται με ρέγγα και φασόλι (…) Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη κώμη κι ο Γούναρης κι ο Μπαλτατζής τραβάνε για τη Ρώμη. Εκεί θα πουν τα κάλαντα εις τον Ντελατορρέτα με καραμούζα με βιολιά κλαρίνα και τρομπέτα. Πώς τους λυπάμαι που γυρνάν μέσα σ’ αυτά τα χιόνια, μα έλα πάλι που θα φαν στη Ρώμη μακαρόνια. Πρέπει δε να γνωρίζετε πως παν στην Ιταλία γιατί βαρέθηκαν να τρων μπιφτέκι στην Αγγλία».
Οι πρώτοι μήνες του 1922 κυλούν χωρίς να εκπληρώσουν τους πόθους των φαντάρων που υποδέχονται στις εφημερίδες τους ξανά με διαφορετικές διαθέσεις το Πάσχα.
Αποκαρδιωμένοι και κουρασμένοι περνούν μέσα από τα γραπτά τους ξανά την απογοήτευση που τους προκαλεί το ανεκπλήρωτο των ευχών τους αλλά και της βαθιάς ανάγκης τους να γιορτάσουν.
Είναι χαρακτηριστική η εισαγωγή έμμετρου άρθρου στην εφημερίδα «Αραμπάς»:
«Σήμερα είναι πασχαλιά
Χριστός ανέστη λένε
Κι εγώ γυρίζω στα βουνά
Την τύχης μου είναι έτσι.
Μικροί μεγάλοι αλλάζουνε
Να παν στην εκκλησία
Κι εγώ αλλάζω τις σκοπιές
Και πάω περιπολία
Παίρνω κι εγώ τα όπλα μου με μάτια απελπισμένα
και τριγυρίζω τα βουνά
τα χιονοσκεπασμένα».
Οι γιορτές είναι βασανιστικές, γιατί τονίζουν στους φαντάρους όλα όσα τους λείπουν και όλα όσα λαχταρούν. Την ανάγκη για επιστροφή στις οικογένειές τους και σε μία σχεδόν ξεχασμένη κανονικότητα την οποία παρόλα αυτά προσπαθούν με κάθε τρόπου να μεταφέρουν μέσα στα στρατόπεδα.
Είναι νέα παιδιά, το αίμα τους βράζει, έχουν επιβιώσει των μαχών και τώρα θέλουν να ζήσουν.
Στο πρωτοσέλιδο της «Λόγχης» δυο φαντάροι, στο ένα χέρι κρατούν το όπλο τους και με το άλλο τσουγκρίζουν αυγά.
Εκεί δημοσιεύεται και ένα περιγραφικότατο ημερολόγιο της Μεγάλης Εβδομάδας στο οποίο είναι φανερή μαζί με την πάροδο των ημερών και η κλιμάκωση της προσδοκίας για την προσωπική τους Ανάσταση. Περιγράφεται η χαρά για την άφιξη σφαγίων, η ανακούφιση και η γαλήνη που προσφέρει η άφιξη ιερέα αλλά και η μετατροπή ενός χώρου θεάτρου σε οίκο του Θεού όπου τελέστηκαν όλες οι ακολουθίες, με έναν αυτοσχέδιο εσταυρωμένο και έναν όμορφα στολισμένο επιτάφιο. «Ήτο ανάγκη να ενθυμηθεί ο Έλλην στρατιώτης ότι μαχόμενος εδώ πάνω υπέρ πατρίδος δεν ελησμόνησε την πίστη του».
Αξιοσημείωτο είναι, το πώς η κατάνυξη της Μεγάλης Παρασκευής βαραίνει έναν συντάκτη του φύλλου που απευθύνεται στην Παναγιά: «Η μεγάλη μάννα ας ρίξει στην Ελλάδα μια ματιά, κοντά στη λύπη να ιδή τις μανούλες όλες που κλαίνε απόψε για το γυιο της, να φέρει τα παιδιά τους μέσα στην αγκαλιά τους, να ελευθερωθούν οι σκλάβοι, την Ελλάδα να αναστήση σαν τον γυιο της που ανασταίνεται σε τρεις νυχτιές και μες στην ειρήνη που κάθε μάνα θα αγκαλιάσει το παιδί της ελεύθεροι θα ψάλλουμε το ωσαννά εν τοις υψίστοις».
Κι εδώ, όμως, υπάρχει η άλλη προσέγγιση, η σατυρική, η καυστική. Κάποιοι άλλοι φαντάροι καταγράφουν τις μέρες της Μεγαλοβδομάδας, διασκευάζοντας περιπαικτικά τις ακολουθίες, σκιαγραφώντας με σατυρική διάθεση την κατάστασή τους.
Οι γραφές συχνά ξεχειλίζουν ειρωνεία, ως αντίδραση σε μία τελματωμένη κατάσταση με τους ίδιους θλιβερούς πρωταγωνιστές. Στον «Αραμπά» ένα άρθρο δεν διστάζει να καυτηριάσει την απόφαση να σταλούν στους στρατιώτες οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, κάνοντας φανερό ότι οι στρατιώτες νιώθουν τις αληθινές τους ανάγκες να υποτιμώνται: «Καμία αμφιβολία συνάδελφοί μου ότι εκείνοι εκεί κάτω φροντίζουν για την ψυχή μας» αναφέρει ο συγγραφέας, που θυμίζει πώς λίγους μήνες νωρίτερα τους εστάλησαν εν είδη θερμαντικών λογοτεχνικά βιβλία.
Στη «Φούντα» μάλιστα, την ίδια περίοδο, μέσα από λόγο έντονα σατυρικό γίνεται οξεία κριτική στα τεκταινόμενα στο εσωτερικό της χώρας και συγκεκριμένα στην διχοτόμηση της δραχμής.
«Είδα και φέτος τον χριστό από το παρατηρητήριο που πήγαινε έτσι άφοβα στο ταχτικό μαρτύριο, τον είδα όπου έπινε με πόνο το φαρμάκι σαν να λέγε εχάθηκα από τον Πρωτοπαπαδακη. (…) Χριστός ανέστη σήμερα χαρήτε και γελάστε και με σχισμένα τάληρα αυγά κι αρνιά αγοράστε.
Χαρήτε όλοι σήμερα μικροί τε και μεγάλοι κι αν είστε και ατσίγαροι κι εσείς χαρήτε πάλι. Γιατί αν θελήσει η μοίρα μας κι ο διάολος το φέρει μπορεί κι εμείς να πιάσουμε και τάληρα στο χέρι…»
Μέσα από την πίκρα και την αγανάκτηση, πάντως, προβάλλει ξεκάθαρα και η ανάγκη για στιγμές χαράς και εκτόνωσης: «Στο γλέντι ριχτήτε το λοιπό τη σημερινή τη μέρα γιατί με τέτοια μοναχά ξεχνάνε εδώ πέρα…»
Οι εφημερίδες του μετώπου είχαν ως στόχο όχι τόσο την καταγραφή των γεγονότων. Άλλωστε όταν άρχισαν να εκδίδονται εξελίξεις στο μέτωπο δεν υπήρχαν, παρά μόνο μία βασανιστική αναμονή, συνοδευόμενη από μία άκρατη δίψα για τη λήξη της μικρασιατικής περιπέτειας. Στόχο έχουν καταφανώς να γεμίσουν τον χρόνο των φαντάρων, αυτών που τις συντάσσουν και αυτών που τις διαβάζουν, να τους διασκεδάσουν και εντέλει να λειτουργήσουν ως ένας χώρος συγκέντρωσης παραπόνων, ομαδικής ψυχανάλυσης, εκτόνωσης των κοινών δυσάρεστων συναισθημάτων. Σε κάθε περίπτωση συνιστούν αναμφίβολα έναν αρχειακό θησαυρό καθώς συμβάλλουν στην κατανόηση των συνθηκών και του κλίματος στο ελληνικό στράτευμα κατά την τελευταία φάση της μικρασιατικής εκστρατείας που οδήγησε στη μεγαλύτερη συμφορά του Ελληνισμού.

Απόσπασμα απο το επετειακό ιστορικό λεύκωμα του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ με τίτλο «1922 ΜΕ ΞΙΦΟΛΟΓΧΗ ΚΑΙ ΓΡΑΦΙΔΑ ΣΤΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ»
more...
© 2026 - Livemedia. All Rights Reserved