Φωτεινή Στεφανίδη: «Διακόσιους Μάρτηδες πριν» Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ...
Φωτεινή Στεφανίδη: «Διακόσιους Μάρτηδες πριν»
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
«Λοιπὸν γιατὶ ἀργῆτε, τὶ στέκεσθε νεκροί;
Ξυπνήσατε, μὴν εἶσθε ἐνάντιοι κ’ ἐχθροί.
Πῶς οἱ Προπάτορές μας ὁρμοῦσαν σὰ θεριά,
Γιὰ τὴν ἐλευθερίαν πηδοῦσαν στὴ φωτιά.
Ἔτζι κ’ ἡμεῖς, ἀδέλφια ν’ ἁρπάξωμεν γιὰ μιά
Τ΄ ἅρματα καὶ νὰ βγοῦμεν ἀπ΄ τὴν πικρὴ σκλαβιά…»
Ρήγας Φεραίος, «Θούριος»
«Μάρτης ξανά και βρισκόμαστε όχι στα ίδια με τα περσινά, πιο χαμηλά. Κι όχι ένα βήμα πιο κάτω, πολλά. Έρχεται ωστόσο η ημερομηνία που ίσως μας φέρει στα σύγκαλά μας. Η ημερομηνία που μας γυρίζει 200 χρόνια πίσω κι ελπίζω να μας οδηγήσει πιο μπροστά, πιο ψηλά, να έρθει μέσα στις καρδιές και να μας δώσει το χέρι ν’ ανεβούμε. Επανάσταση ίσον άνοιξη. Τυχαίο που ο ξεσηκωμός έγινε επάνω στην εαρινή ισημερία; “Τώρα που ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γη χορτάρι”; Τυχαίο που τούτη τη μέρα γίνεται η έκρηξη των χρωμάτων από το μαύρο χώμα;» Μιλάμε με τη Φωτεινή για τον πρώτο μήνα της άνοιξης, και ειδικά φέτος για τον μήνα της ελπίδας.
-Τα χρώματά του;
Αυτός ο μήνας είναι πανχρωματικός. Σε μας όμως, σ’ αυτήν εδώ τη γωνιά της Μεσογείου, έδωσε τ’ άσπρο με το κόκκινο, τ’ άσπρο με το κυανό. Οι μέρες του ή παγωμένες είναι (θα ’τανε δώδεκα του Μάρτη […] τρίτη θέση σε βαγόνι μες στο κρύο και στο χιόνι) ή καυτές (από την πρώτη του μέρα η ασπροκόκκινη κλωστή να μη μας κάψει ο ήλιος του) ή και τα δυο μαζί (μη σε γελάσει ο Μάρτης το πρωί και χάσεις την ημέρα). Η πατρίδα μας, ή άσπρη σαν τον αφρό της θάλασσας ή κυανή σαν τα βάθη της. Κι αυτά τα χρώματα υψώνουμε για την πατρίδα, φορώντας τ’ άλλα δυο στον καρπό του χεριού μας.
-Ελπίδα;
Με συγκρατημό. Η ιστορία μάς έχει δείξει ότι το δίκιο κυνηγιέται και τ’ άδικο κυβερνά. Όμως έρχονται οι στιγμές που κάτι φτερουγίζει στην καρδιά κι ανθίζουν τα μάγουλα και λάμπουν οι ματιές. Εκεί και η ελπίδα. Τώρα που τεντώνεται το σκοινί και σπάει, θα φανεί ξανά η ευκαιρία. Μα τι αδιάκοπος αγώνας. Γυρνώ και ξαναγυρνώ, ρωτώ και ξαναρωτώ τη φύση και η απάντηση είναι η ίδια. Αγάπη, ζωή, αρμονία, ισορροπία. Τι συμβαίνει γύρω μας; Τ’ αντίθετο. Μοιάζει αδιέξοδο, ωστόσο κανείς δεν ξέρει. Είμαστε τόσο μικροί στο όλο, τόσο ασήμαντοι που μόνο μια καλή σκέψη στον καθένα από εμάς αρκεί για ν’ αλλάξει αυτό που ονομάζουμε κόσμο.
-Σαν καλλιτέχνης πώς βιώνεις τις δυσκολίες, μαζί και την ιερή επέτειο που πλησιάζει;
Το φθινόπωρο που μας πέρασε με τη μητέρα μου να ζει τις τελευταίες της μέρες κοντά μας, φιλοτέχνησα δώδεκα αγωνιστές που έδρασαν στο Μοριά για το ημερολόγιο του Φιλοτεχνικού Ομίλου της Τρίπολης. Κάθε μέρα κι έναν. Κάθε που αργόσβηνε η μάνα και της τους έδειχνα έναν έναν, έβλεπα στο βλέμμα της τη φωτιά του ξεσηκωμού. Στο προσκεφάλι της βαστούσε τα βιβλία του Φωτιάδη ώς το τέλος. Συγυρίζοντας το σπίτι μετά το αξιοπρεπέστατο φευγιό της, βρήκα τη σημαία που αποσύρθηκε, αυτήν την απλή με τον λευκό σταυρό στη μέση. Να σου πω, θέλω να την πάρω και να βγω στο δρόμο, όχι για να με δούνε, αλλά για να ανασάνω με το θρόισμά της αέρα ελεύθερο, αέρα που δεν δίνεις λογαριασμό σε κανέναν γιατί τον ανασαίνεις. Όπως τότε, που παιδάκι έφτιαχνα τη σημαία με απόρραφα απ’ το κουρελοθέμι κι έβγαινα με το σημαιάκι και το κλωναράκι της δάφνης στο χέρι ή τη μυρωδάτη φρέζια και λαχάνιαζα στο τρέξιμο – ποιος μ’ έβλεπε;
-Τι άνοιξη προσμένεις;
Μια ελληνική Σαρακοστή να μοσχοβολά γλυκάνισο, φρέσκο κρεμμυδάκι κι άνιθο, χαλβά του μπακάλη, πικρούτσικες ελιές και μια χούφτα γυαλιστερές αχιβάδες ν’ αχνίζουν στην κουζίνα του πατρικού. Και τ’ απογέματα, στη μετακίνηση 6, αν την αντέχω ακόμη κι αυτήν και τον αριθμό της, να υψώσω στα χαλάσματα των παιδικών μου χρόνων (τα ελάχιστα που υπάρχουν πια) το σημαιάκι-λάβαρο ανάμεσα στις ανθισμένες βρούβες, στα λιγοστά ασφοδείλια και τις πεσμένες πέτρες που κάποτε τοποθετήθηκαν με υπομονή και γνώση και τώρα είναι σωριασμένες με αξιοπρέπεια που κανείς δεν βλέπει.
more...
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
«Λοιπὸν γιατὶ ἀργῆτε, τὶ στέκεσθε νεκροί;
Ξυπνήσατε, μὴν εἶσθε ἐνάντιοι κ’ ἐχθροί.
Πῶς οἱ Προπάτορές μας ὁρμοῦσαν σὰ θεριά,
Γιὰ τὴν ἐλευθερίαν πηδοῦσαν στὴ φωτιά.
Ἔτζι κ’ ἡμεῖς, ἀδέλφια ν’ ἁρπάξωμεν γιὰ μιά
Τ΄ ἅρματα καὶ νὰ βγοῦμεν ἀπ΄ τὴν πικρὴ σκλαβιά…»
Ρήγας Φεραίος, «Θούριος»
«Μάρτης ξανά και βρισκόμαστε όχι στα ίδια με τα περσινά, πιο χαμηλά. Κι όχι ένα βήμα πιο κάτω, πολλά. Έρχεται ωστόσο η ημερομηνία που ίσως μας φέρει στα σύγκαλά μας. Η ημερομηνία που μας γυρίζει 200 χρόνια πίσω κι ελπίζω να μας οδηγήσει πιο μπροστά, πιο ψηλά, να έρθει μέσα στις καρδιές και να μας δώσει το χέρι ν’ ανεβούμε. Επανάσταση ίσον άνοιξη. Τυχαίο που ο ξεσηκωμός έγινε επάνω στην εαρινή ισημερία; “Τώρα που ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γη χορτάρι”; Τυχαίο που τούτη τη μέρα γίνεται η έκρηξη των χρωμάτων από το μαύρο χώμα;» Μιλάμε με τη Φωτεινή για τον πρώτο μήνα της άνοιξης, και ειδικά φέτος για τον μήνα της ελπίδας.
-Τα χρώματά του;
Αυτός ο μήνας είναι πανχρωματικός. Σε μας όμως, σ’ αυτήν εδώ τη γωνιά της Μεσογείου, έδωσε τ’ άσπρο με το κόκκινο, τ’ άσπρο με το κυανό. Οι μέρες του ή παγωμένες είναι (θα ’τανε δώδεκα του Μάρτη […] τρίτη θέση σε βαγόνι μες στο κρύο και στο χιόνι) ή καυτές (από την πρώτη του μέρα η ασπροκόκκινη κλωστή να μη μας κάψει ο ήλιος του) ή και τα δυο μαζί (μη σε γελάσει ο Μάρτης το πρωί και χάσεις την ημέρα). Η πατρίδα μας, ή άσπρη σαν τον αφρό της θάλασσας ή κυανή σαν τα βάθη της. Κι αυτά τα χρώματα υψώνουμε για την πατρίδα, φορώντας τ’ άλλα δυο στον καρπό του χεριού μας.
-Ελπίδα;
Με συγκρατημό. Η ιστορία μάς έχει δείξει ότι το δίκιο κυνηγιέται και τ’ άδικο κυβερνά. Όμως έρχονται οι στιγμές που κάτι φτερουγίζει στην καρδιά κι ανθίζουν τα μάγουλα και λάμπουν οι ματιές. Εκεί και η ελπίδα. Τώρα που τεντώνεται το σκοινί και σπάει, θα φανεί ξανά η ευκαιρία. Μα τι αδιάκοπος αγώνας. Γυρνώ και ξαναγυρνώ, ρωτώ και ξαναρωτώ τη φύση και η απάντηση είναι η ίδια. Αγάπη, ζωή, αρμονία, ισορροπία. Τι συμβαίνει γύρω μας; Τ’ αντίθετο. Μοιάζει αδιέξοδο, ωστόσο κανείς δεν ξέρει. Είμαστε τόσο μικροί στο όλο, τόσο ασήμαντοι που μόνο μια καλή σκέψη στον καθένα από εμάς αρκεί για ν’ αλλάξει αυτό που ονομάζουμε κόσμο.
-Σαν καλλιτέχνης πώς βιώνεις τις δυσκολίες, μαζί και την ιερή επέτειο που πλησιάζει;
Το φθινόπωρο που μας πέρασε με τη μητέρα μου να ζει τις τελευταίες της μέρες κοντά μας, φιλοτέχνησα δώδεκα αγωνιστές που έδρασαν στο Μοριά για το ημερολόγιο του Φιλοτεχνικού Ομίλου της Τρίπολης. Κάθε μέρα κι έναν. Κάθε που αργόσβηνε η μάνα και της τους έδειχνα έναν έναν, έβλεπα στο βλέμμα της τη φωτιά του ξεσηκωμού. Στο προσκεφάλι της βαστούσε τα βιβλία του Φωτιάδη ώς το τέλος. Συγυρίζοντας το σπίτι μετά το αξιοπρεπέστατο φευγιό της, βρήκα τη σημαία που αποσύρθηκε, αυτήν την απλή με τον λευκό σταυρό στη μέση. Να σου πω, θέλω να την πάρω και να βγω στο δρόμο, όχι για να με δούνε, αλλά για να ανασάνω με το θρόισμά της αέρα ελεύθερο, αέρα που δεν δίνεις λογαριασμό σε κανέναν γιατί τον ανασαίνεις. Όπως τότε, που παιδάκι έφτιαχνα τη σημαία με απόρραφα απ’ το κουρελοθέμι κι έβγαινα με το σημαιάκι και το κλωναράκι της δάφνης στο χέρι ή τη μυρωδάτη φρέζια και λαχάνιαζα στο τρέξιμο – ποιος μ’ έβλεπε;
-Τι άνοιξη προσμένεις;
Μια ελληνική Σαρακοστή να μοσχοβολά γλυκάνισο, φρέσκο κρεμμυδάκι κι άνιθο, χαλβά του μπακάλη, πικρούτσικες ελιές και μια χούφτα γυαλιστερές αχιβάδες ν’ αχνίζουν στην κουζίνα του πατρικού. Και τ’ απογέματα, στη μετακίνηση 6, αν την αντέχω ακόμη κι αυτήν και τον αριθμό της, να υψώσω στα χαλάσματα των παιδικών μου χρόνων (τα ελάχιστα που υπάρχουν πια) το σημαιάκι-λάβαρο ανάμεσα στις ανθισμένες βρούβες, στα λιγοστά ασφοδείλια και τις πεσμένες πέτρες που κάποτε τοποθετήθηκαν με υπομονή και γνώση και τώρα είναι σωριασμένες με αξιοπρέπεια που κανείς δεν βλέπει.
more...





